Διαβάζουν οι Έλληνες τους κλασικούς;

Τι και πώς διαβάζουμε τους ξένους κλασικούς στην Ελλάδα. Τι λένε οι εκδότες και τι αποδεικνύουν η αυξανόμενη παραγωγή τίτλων και οι συνεχείς ανατυπώσεις.




Από την ΤΙΝΑ ΜΑΝΔΗΛΑΡΑ

«
Ακόμη κι όταν εγώ θα έχω χαθεί, εκείνη η πόρνη η Μποβαρύ θα είναι εκεί» έγραφε σχεδόν προφητικά ο Φλωμπέρ για τη μοίρα του κλασικού ήρωα που είναι γραφτό να ξεπερνά τον συγγραφέα. Σταθερή, απόκοσμη αλλά και επικίνδυνα οικεία, η Μποβαρύ μοιάζει απόλυτα ανεξιχνίαστη για κάποιον που θα προσπαθήσει απλώς να αντιγράψει την ιστορία της. Διότι μπορεί οι κλασικοί ήρωες να φαντάζουν σαν κάποιοι από εμάς, αλλά την ίδια στιγμή καταργούν το απτό και το καθημερινό: προφανώς και είχε δίκιο ο Ίταλο Καλβίνο που επέμενε πως κλασικό είναι το βιβλίο που δεν διαβάζεται απλώς αλλά ξαναδιαβάζεται. Και είναι ο ίδιος που τόνιζε πως «κλασικά λέγονται τα βιβλία που συνιστούν έναν πλούτο για όποιον τα έχει διαβάσει και αγαπήσει». Πολλοί διανοητές δεν έπαψαν να σκίζουν τα ιμάτια τους για την πρακτική συνεισφορά των κλασικών, όπως ο Ουμπέρτο Έκο ή ο Νούτσιο Όρντινε, στη ζωή μας, ο οποίος επέμενε στη Χρησιμότητα του Άχρηστου πως «η συνάντηση με έναν κλασικό μπορεί να σου αλλάξει τη ζωή».

Στην Ελλάδα εξακολουθούν να ανατυπώνονται σε μεγάλα ποσοστά κλασικοί ξένοι τίτλοι, παρά την κρίση και παρά τη νέα παγκόσμια τάση που θέλει τα βιβλία να κοσμούν για λίγες ημέρες τα ράφια και να ανακυκλώνονται, ακολουθώντας τη μοίρα της εκάστοτε μόδας. «Οι υπαρκτές συνέπειες της κρίσης δεν πρέπει να γίνουν –και κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να μη γίνουν– συνώνυμο της εκδοτικής και λογοτεχνικής αναδίπλωσης, μιας εσωστρέφειας πολιτισμικού χαρακτήρα» επιμένει, για παράδειγμα, ο Αργύρης Καστανιώτης, τονίζοντας την εξέχουσα θέση που κατέχει η σειρά των ξένων τίτλων των εκδόσεων Καστανιώτη στο βιβλιοφιλικό γίγνεσθαι. «Το κριτήριο των επιλογών μας δεν είναι μονάχα ένα. Για την ακρίβεια, είναι ένα σύνολο κριτηρίων που έχουν ορίζοντα τους απαιτητικούς και ανήσυχους αναγνώστες, τους ανθρώπους δηλαδή που ενδιαφέρονται πρωτίστως για μια λογοτεχνία καλογραμμένη, υψηλών αξιώσεων δηλαδή, και για συγγραφείς που έχουν μια διακριτή ματιά πάνω στην εποχή μας και στους προβληματισμούς που αυτή εγείρει. Η σειρά της ξένης λογοτεχνίας των εκδόσεων Καστανιώτη είναι ξεχωριστή στο είδος της. Η λογοτεχνική πολυφωνία είναι για εμάς θεμελιώδης στο όλο εγχείρημα». Με τίτλους που έχουν αποσπάσει βραβεία και διακρίσεις (από τις περισσότερες χώρες του κόσμου) και με μια σειρά για την οποία είχε πολλούς λόγους να είναι περήφανος ο μακαρίτης Ανταίος Χρυσοστομίδης, ο Αργύρης Καστανιώτης δεν νιώθει την ανάγκη να αποκαλύψει το αγαπημένο του βιβλίο. «Σας προτρέπω, όμως, να ανατρέξετε στον κατάλογό μας και θα καταλάβετε γιατί είμαστε περήφανοι γι' αυτόν».

"Κλασικά είναι τα έργα που γράφτηκαν σε πολύ δύσκολες εποχές, άντεξαν στον χρόνο, και εμπνέουν. Σχεδόν όλοι οι συγγραφείς κλασικών δοκιμάστηκαν σε ακραίες συνθήκες και, αντί να γκρινιάξουν, μεγαλούργησαν." 

«Η Νεφέλη έχει έναν μεγάλο κατάλογο με βιβλία αργής κίνησης, δηλαδή μόνιμης και σταθερής ζήτησης σε λίγα αντίτυπα. Πολλοί από τους τίτλους μας είναι κλασικοί, είτε με τη στενή είτε με την ευρύτερη έννοια. Αυτό το γεγονός μάς έχει βοηθήσει πολύ τα τελευταία χρόνια, και για μια τριετία, στην αρχή της κρίσης, ενισχύσαμε την τοποθέτησή μας αυτή (όχι, όμως, εις βάρος των σύγχρονων Ελλήνων λογοτεχνών)» επιμένει με τη σειρά του ο υπεύθυνος των εκδόσεων Νεφέλη, Περικλής Δουβίτσας. «Προτιμούμε κλασικά έργα που δεν έχουν μεταφραστεί (κατά την κρίση μας) αρκετά καλά μέχρι στιγμής. Έργα νέων κλασικών (του 20ού αιώνα) μας ενδιαφέρουν επίσης. Αγαπημένος μου τίτλος, το Γαλάζιο Τετράδιο του Δανιήλ Χαρμς, στη μετάφραση της Ροδούλας Παππά» καταλήγει. Μελετώντας συγκριτικά την παραγωγή, δεν παρατηρούμε μονάχα αύξηση στον αριθμό των μεταφράσεων των κλασικών τίτλων αλλά και μια τάση για ανατυπώσεις: το Μεταίχμιο, για παράδειγμα, ανατύπωσε τη δυνατή Άμυνα του Λούζιν του Ναμπόκοφ (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης) και τρεις συλλογές διηγημάτων του Κάρβερ (μτφρ. Γιάννης Τζώρτζης), ενώ η Πόλις επανεξέδωσε τον υπέροχο Δούναβη του Μάγκρις (μτφρ. Μπάμπης Λυκούδης) και ο Πατάκης έκανε τη μνημειώδη κίνηση να ανατυπώσει ολόκληρο τον Μπόρχες (στην εξαιρετική απόδοση του Αχιλλέα Κυριακίδη). Αρκετοί εκδοτικοί οίκοι επιλέγουν συγκεκριμένη αισθητική για τα εξώφυλλα και τις σειρές των κλασικών (κατά τα πρότυπα των σειρών περιώνυμων εκδοτικών οίκων του εξωτερικού), όπως οι εκδόσεις Μίνωας, που έχουν μεγάλη σειρά κλασικών αριστουργημάτων.  

Οίκοι γνωστοί για τις ελληνικές κλασικές σειρές, όπως ο Ίκαρος ή η Εστία, δεν λησμονούν πως η ραχοκοκαλιά τους είναι οι ξένοι, σπουδαίοι τίτλοι: επίτευγμα, για παράδειγμα, θεωρείται η έκδοση της συνέχειας του Αναζητώντας τον χαμένο χρόνο του Προυστ από την Εστία (ο Παναγιώτης Πούλος συνεχίζει την εξαιρετική δουλειά του Παύλου Ζάννα). Αν, όμως, η Εύα Καραϊτίδη σέβεται το όνομα της Εστίας, εκδίδοντας, κατά παράδοση, σπουδαίους συγγραφείς (από Ουελμπέκ έως Κούντερα), στις επίσης ιστορικές εκδόσεις Ίκαρος επιμένουν πως η ανάγνωση των ξένων τίτλων είναι πρωτίστως θέμα παιδείας. «Ακόμα και η παιδική μας σειρά», επιμένει η Μαριλένα Πανουργιά, «στόχο έχει να γαλουχήσει αναγνώστες που θα μπορούν να διαβάζουν κλασικά έργα». Κάτι αντίστοιχο υποστηρίζει και ο Νώντας Παπαγεωργίου, υποστηρίζοντας πως «οι εκδόσεις Μεταίχμιο επιλέγουν συστηματικά την έκδοση σύγχρονων κλασικών συγγραφέων, των οποίων το έργο αποτελεί σταθμό στην ιστορία της παγκόσμιας λογοτεχνίας και αντέχει στον χρόνο, γι' αυτό και είναι κλασικό. Μερικά παραδείγματα: ο Ρέιμοντ Κάρβερ, ο Βλαντίμιρ Ναμπόκοφ, ο Χένρι Μίλερ, ο Λόρενς Ντάρελ, ο Paul Auster, η Marilynne Robinson, οι νομπελίστες J.M. Coetzee και Alice Munro». Και η Άννα Πατάκη, βέβαια, και οι συνεργάτες της είναι κατηγορηματικοί: «Επιμένουμε στα βιβλία που αγαπάμε και που αισθανόμαστε ότι μπορούν να κερδίσουν τους αναγνώστες. Με βάση αυτό, συνεχίζουμε να εκδίδουμε βιβλία ελληνικά, βιβλία μεταφρασμένα, βιβλία κλασικά, βιβλία σύγχρονα. Στην εποχή της κρίσης όλα είναι πιο δύσκολα άλλωστε, δεν υπάρχει κατηγορία βιβλίων που να εξαιρείται. Η έκδοση των Απάντων του Μπόρχες ήταν για μένα ένα μεγάλο δώρο. Γενικά, η σειρά των σύγχρονων κλασικών είναι πολύ αγαπημένη μου και χαίρομαι ιδιαίτερα κάθε φορά που ανατυπώνουμε έναν από τους τίτλους της. Αυτές τις μέρες κυκλοφορεί η δεύτερη έκδοση δύο εμβληματικών έργων του Κασάρες, η Εφεύρεση του Μορέλ (στη μετάφραση του Αχιλλέα Κυριακίδη) και το Σχέδιο Διαφυγής (σε μετάφραση Παύλου Μάτεσι)».

Ο ρόλος του μεταφραστή

Εκτός, όμως, από τους ίδιους τους συγγραφείς, σημαντικό ρόλο παίζει και το όραμα του μεταφραστή. Δύσκολα μπορεί κανείς να φανταστεί τον Σαίξπηρ χωρίς τον μεταφραστή του, τον Διονύση Καψάλη, ο οποίος όχι μόνο έχει αποδώσει αλλά και οικειοποιηθεί πολλαπλά το ποιητικό του σύμπαν . Αντίστοιχα, πάλι, η Έφη Καλλιφατίδη είχε συνδεθεί με τον Έκο ως αποκλειστική σχεδόν μεταφράστριά του, η Μαρία Παπαδήμα με τον Πεσσόα, η Στέλλα Βρετού με τον Παμούκ (όπως και ολόκληρες οι εκδόσεις Ωκεανίδα). Συνειρμικά σχεδόν το όνομα των εκδόσεων Γκοβόστη παραπέμπει στις μνημειώδεις μεταφράσεις του Φιόντορ Ντοστογιέβσκι από τον Άρη Αλεξάνδρου και αυτό της Ινδίκτου στις αντίστοιχες από την Ελένη Μπακοπούλου. Σίγουρα, πάντως, θα πρέπει να διαθέτει κανείς σχεδόν δεξιοτεχνικές έως μεταφυσικές αντοχές, όπως ο Χριστοδούλου, για να μεταφράσει τον Μόμπι Ντικ του Μέλβιλ (Gutenberg) ή το τσαγανό και την επάρκεια της Τζένης Μαστοράκη, που έφτασε να αλλάξει ακόμα και τον τίτλο, όπως και τη μετάφραση, μιας παλιάς, δικής της απόδοσης, που έχει μείνει κλασική (από Ο φύλακας στη Σίκαλη του Ντ. Τζ. Σάλιντζερ σε Στη Σίκαλη, Στα Στάχια, ο Πιάστης, εκδόσεις Γράμματα). Άλλωστε, οι καλοί μεταφραστές δεν είναι μόνο ιδανικοί διαμεσολαβητές αλλά αυτοί που φροντίζουν για την αναβίωση ολόκληρων κόσμων (αλήθεια, τι θα ήταν η εποχή του Φιτζέραλντ, χωρίς τη φιλήδονη σχεδόν επισκόπησή της από τον μεταφραστή Άρη Μπερλή;). Είναι συγκινητική, φέρ' ειπείν, η απόδοση των Εξομολογήσεων του Ρουσσό από την αξέχαστη Αλεξάνδρα Παπαθανασοπούλου και από έναν εκδοτικό οίκο-μνημείο για την αλησμόνητη εποχή της τυπογραφίας (εκδόσεις Ιδεόγραμμα), όπως και η γενικότερη μέριμνα κορυφαίων μεταφραστών να ανασυγκροτήσουν υφολογικά και ουσιαστικά το σύμπαν συγγραφέων που έχουν γράψει ιστορία. Αναμφίβολα, η αναβίωση των κλασικών έργων οφείλει πολλά στον ακάματο ζήλο των Ελλήνων μεταφραστών.

Σειρές με όραμα

Σε πολλές περιπτώσεις διαπιστώνει κανείς πως ένας εκδοτικός οίκος δεν χρειάζεται να έχει κλασική σειρά, αρκεί να έχει οραματιστεί μια σειρά που θα επιβάλει αυτό τον τίτλο: σε εποχές που τα αστυνομικά μυθιστορήματα θεωρούνταν απλώς απολαυστικά και ενοχικά αναγνώσματα, οι εκδόσεις Άγρα καθιέρωσαν την κλασική σειρά νουάρ, αλλάζοντας εντελώς τον τρόπο προσέγγισής της. Με τον ίδιο τον εκδότη τους, Σταύρο Πετσόπουλο, να κρατάει γερά το τιμόνι ενός σκάφους που μπορεί να πλέει από τα ερωτικά νερά του Μεγάλου Ανατολικού έως τα άγνωστα λιμάνια που αντίκριζε ο Καββαδίας, κατάφερε να επιβάλει το κλασικό ως το αενάως καινούργιο. Όταν η Άγρα εξέδωσε τον Μεγάλο Ανατολικό, πολλοί σεμνότυφοι αντιστάθηκαν, ενώ η εμμονή του εκδοτικού οίκου να αντιμετωπίζει τον Μπατάιγ ή τον Ζενέ ως κλασικούς χρειάστηκε πολλά χρόνια για να θεωρηθεί αυτονόητη. Ίσως η περίπτωση του Πετσόπουλου να είναι η απόδειξη πως το κλασικό εκλαμβάνεται ως τέτοιο όταν οι εκδότες νιώσουν επιτακτική την ανάγκη να υψώσουν με ζήλο το ιερό των αριστουργημάτων, ένα πάνθεον που θα περιλαμβάνει τις νέες καταχωρίσεις. Συγκινεί, επί παραδείγματι, η πρωτοβουλία μικρών εκδοτικών οίκων να συστήσουν στον κόσμο άγνωστα αριστουργήματα, όπως τα Πορφυρά Πανιά του Αλεξάντρ Γκριν (μτφρ. Ιοκάστη Καμμένου) οι εκδόσεις Κίχλη ή οι Ιστορίες του Καντέρμπερυ του Τζέφρυ Τσώσερ, το Μελάνι. Έκπληξη, επίσης, προκαλεί η εμφάνιση νεοσύστατων εκδοτικών οίκων που επικεντρώνονται, κατά κύριο λόγο, στην έκδοση κλασικών αναγνωσμάτων: για παράδειγμα, οι εκδόσεις Έναστρον ανέθεσαν σε έναν έμπειρο συγγραφέα και μεταφραστή, τον Δημήτρη Στεφανάκη, την απόδοση στα ελληνικά έργων όπως ο Συνταγματάρχης Σαμπέρ του Ονορέ ντε Μπαλζάκ ή, πρόσφατα, η Εικόνα στο χαλί του Χένρι Τζέιμς. Αλλά και οι εκδόσεις Ποικίλη Στοά δίνουν τα διαπιστευτήριά τους με το Πλουσιόπαιδο του Φιτζέραλντ (μτφρ. Γιώργος Μπαρουξής), τις Σημειώσεις ενός νεαρού γιατρού του Μπουλγκάκωφ (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου) ή το Ένας άνδρας πενήντα ετών του Γκαίτε (μτφρ. Σμαράγδα Αλεξάνδρου). Διόλου άσχημα, αν αναλογιστεί κανείς ότι κλασικοί εκδοτικοί οίκοι χρειάστηκαν χρόνια για να επιβάλουν κλασικά ονόματα, όπως έκανε ο Κέδρος με τα βιβλία των Θορό, Στάινμπεκ και Μακάλερς – αναμφίβολα, ο Οδυσσέας του Τζόις από τον ίδιο εκδοτικό οίκο παραμένει έργο-σταθμός. Κι άλλοι, όπως ο Ψυχογιός, επένδυσαν σε κλασικούς για να φτιάξουν την ξένη σειρά τους. Σίγουρα, όμως, αν ένας εκδοτικός οίκος απέδειξε πως η έκδοση κλασικών τίτλων συνιστά μνημείο πολιτισμού αλλά και κατάθεση με συνέπεια συγκεκριμένης πρότασης για το τι συνιστά κλασικό και τι όχι είναι οι εκδόσεις Gutenberg, με την εμβληματική σειρά Orbis Literae.

Εύλογα οι υπεύθυνοι εκδότες Γιώργος και Κώστας Δαρδανός μπορούν να διατυπώνουν άποψη για το τι ακριβώς σημαίνει κλασική λογοτεχνία και ποια είναι η αποστολή της: «Κλασικά είναι τα έργα που γράφτηκαν σε πολύ δυσκολότερες εποχές από τη σημερινή, άντεξαν στον χρόνο, διαβάζονται σήμερα και εμπνέουν. Σχεδόν όλοι οι συγγραφείς κλασικών δοκιμάστηκαν σε ακραίες συνθήκες και, αντί να γκρινιάξουν, μεγαλούργησαν» διατρανώνουν εν είδει μανιφέστου. «Τι είναι αυτό που δεν αλλάζει μέσα μας, όταν όλα γύρω μας αλλάζουν; Τι κάνει τους μεγάλους λογοτέχνες να βγάζουν φως στο βαθύτερο σκοτάδι; Πώς μπορεί κάποιος να απολαμβάνει τη ζωή σε συνθήκες δυστυχίας; Τι κάνει τον Όμηρο σύγχρονο; Τον Αισχύλο; Τον Σαίξπηρ; Τις Βέδες; Γιατί τα μεγάλα κείμενα είναι ακόμα, ενώ έχει αλλάξει τελείως το γίγνεσθαι μέσα στο οποίο γράφτηκαν;» ρωτούν σχεδόν ρητορικά. Γι' αυτό και οι ίδιοι επιμένουν πως ο Gutenberg υποστηρίζει την «έκδοση κειμένων που δεν "σκουριάζουν"» –χωρίς να απαρνιούνται τις σύγχρονες σημαντικές φωνές– «κι έχει εκδώσει πολλά, για τα ελληνικά δεδομένα, έργα της παγκόσμιας παρακαταθήκης». 

ΠΗΓΗ