Φόρος τιμής στην ποίηση



Αν η ποίηση καθρεφτίζει την ανθρώπινη αγωνία να διατυπώσει το άρρητο, της χρωστάμε ευγνωμοσύνη. Αν οι ποιητές αναλώνονται στην ανάγκη τους να εκφράσουν τις ωδίνες της εποχής που κυοφορεί το αύριο, τους οφείλουμε σεβασμό. Αν οι άνθρωποι χρειάζονται τις κατάλληλες λέξεις σαν απαραίτητη τροφή για να χορτάσουν την πείνα τους, ακόμα και πολλές φορές εν μέσω αφθονίας, έχουμε χρέος να τους την παρέχουμε.

Αν, τέλος, ένας τόπος δεν είχε ποτέ καλύτερο έρεισμα από τις λέξεις του, για να σταθεί αξιοπρεπής απέναντι στην πραγματικότητα, το μόνο που μπορούμε να του προσφέρουμε είναι ένα εύφορο κλίμα, ώστε αυτές οι λέξεις να ανθίσουν.

Η ανθοφορία των λέξεων στην Ελλάδα δεν έχει εποχές, λες και διαχρονικά οι χειμώνες και τα καλοκαίρια της ιστορίας εμπεριέχουν πάντοτε μιαν άνοιξη. Κι όσο πιο βαρύς ο χειμώνας τόσο οι χυμοί της άνοιξης φουσκώνουν έτοιμοι να διαπεράσουν τον παγωμένο φλοιό του παρόντος. Και στα πιο άνυδρα καλοκαίρια πάντα ένα μελτέμι φέρνει δροσιά απρόσμενη στις συνειδήσεις.

Η εποχή μας ωστόσο πληθωρίζει αβάσταχτα. Φορές μας πνίγει η αφθονία των αγαθών κι άλλοτε πάλι μας εξαντλεί η στέρηση. Αυτά που η εποχή μας παρουσιάζει σαν προσφορά είναι πολλά, μα δίνει σπάνια εκείνα που ζητάμε. Ο χρόνος λίγος κι η αγωνία να απολαύσουμε, διαχρονική, πιέζει. Τι να ζητήσουμε από το παρόν που φεύγει μέσα απ’ τα χέρια μας σαν το νεράκι; Αλήθεια, «πάντα ρει»; Αλήθεια και ψέμα ταυτόχρονα. Απ’ του Ηράκλειτου τη ρήση βγαίνει το συμπέρασμα αβίαστα. Πράγματι όλα αλλάζουν, οι λέξεις του όμως έμειναν ως σήμερα και μοιάζει πως θα μείνουν και θα μείνουν…

Αν κάτι πεισματικά ζητάνε οι άνθρωποι, εδώ κι αλλού και πάντα, χρόνο ζητάνε. Κι είναι το μόνο αγαθό που δεν χαρίζεται, πέραν του βιολογικού μας ρολογιού που αλύπητα χτυπάει τις ώρες, τα λεπτά… Ούτε αγοράζεται όσο ακριβά κι αν τον πληρώσουμε. Μόνο κάποιες στιγμές μας μοιάζουν να στέκονται μετέωρες, όταν η υπέρβαση του χρόνου που κυλά μας ακουμπά σαν χάδι ευχαριστίας. Το αποζητάμε όλοι μας αυτό το χάδι κι ας μην ξέρουμε πάντα από πού έρχεται. Όταν η αγωνία κάποιου, πολύ παλιά, διαπέρασε το χρόνο του με λέξεις καίριες, λιγοστές, καλά ψαγμένες, τότε η δική του ανακούφιση έρχεται και σε μας. Προβάλλεται στο είναι μας ευεργετικά και μας αξιώνει να συμφιλιωθούμε για μια στιγμή με το στιγμιαίο της δικής μας ύπαρξης.

Η ποίηση, ο λόγος που έμεινε, λόγο άλλον δεν έχει απ’ αυτή την υπέρβαση του ποιητή και του αναγνώστη. Δεμένοι μεταξύ τους με το ίδιο αίτημα, αναζητούν ο ένας εις τον άλλο την κοινή αλήθεια που θα τους φέρει σε μια «κοινωνία ευχαριστίας» διαχρονική. Ας ακούσουμε λοιπόν τις φωνές όσων τολμούν να γράφουν ποίηση. Τολμούν και για εμάς. Κι είναι και δικές μας οι φωνές τους, στο βαθμό που δεν τολμήσαμε να εκφέρουμε τις λέξεις που στριμώχνονται μέσα μας αδιατύπωτες. Ας δεχτούμε με ταπεινοφροσύνη πως τελικά χρωστάμε χάρη σε εκείνους που τολμούν και δίνουν χρόνο, από τον λιγοστό που έχουμε όλοι, για να πουν το ανείπωτο.

Σ’ ένα τόπο που η γλώσσα του μιλιέται ακόμα κατά παρέκκλιση των νόμων της οικονομίας και κατά παράβαση της αναγκαιότητας του πλανήτη να γίνεται η συνεννόηση εύκολα και γρήγορα με γλώσσες άλλες «κοινές» για τους πολλούς, μην αφήνουμε όσους στύβουν την ψυχή τους να νιώθουν μόνοι στον αγώνα τους με τις λέξεις αυτής της γλώσσας και με τις αγωνίες όλων μας.

Σ’ ένα τόπο που ό,τι είχε και δεν είχε σαν πλούτο διαχρονικό οι λέξεις του ήταν πάντα, ας τείνουμε «ευήκοον ους» όταν κάποιοι ορθώνουν ακόμα τις λέξεις τους σε πείσμα μιας ανελέητης κοινωνίας του ωφέλιμου. Ας αγκαλιάσουμε εν τη γενέσει τους τις απόπειρες εκείνων που δοκιμάζονται απέναντι στο χρόνο κι ας μην τους κόβουμε το δρόμο στο όνομα μιας από πριν διευθετημένης αξιολόγησης και καταδίκης ίσως στην αφάνεια.

Του κάθε ποιητή οι στίχοι ας είναι και δικοί μας κι αν έχουμε τόση δα τρυφερότητα προς ό,τι τρυφερό, ας το αποδείξουμε δίνοντας χώρο και τρόπο έκφρασης σ’ ό,τι πιο ανιδιοτελές παράγει η εποχή μας. Η ποίηση σήμερα στερείται πάσης ιδιοτέλειας. Ας την υπηρετήσουμε όπως της αξίζει για να μας υπηρετήσει όπως καλύτερα μπορεί.



* Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Πόρφυρας», τεύχος 126, Ιανουάριος – Μάρτιος 2008

ΠΗΓΗ