Ξωτικά, τα αέρινα πλάσματα της Λογοτεχνίας του Φανταστικού, Μέρος Ά



Η λογοτεχνία του φανταστικού και ειδικότερα αυτή των τελευταίων χρόνων αποτελεί ένα πεδίο εντός του οποίου μυθικές φυλές και πλάσματα αναλαμβάνουν σημαντικούς ρόλους στις ιστορίες των συγγραφέων. Ξωτικά, νάνοι, γνώμοι, ορκς και καλικάτζαροι, μαζί με γίγαντες, δράκους, γρύπες και μονόκερους, προσφέρουν θεματολογική ποικιλία στα έργα των σύγχρονων μυθοπλαστών, μεταβάλλοντας με τον καιρό τη λογοτεχνία του φανταστικού και δημιουργώντας μέσα στα πλαίσιά της ένα νέο κλίμα. Εκεί, δηλαδή, που κάποτε υπήρχαν μοναχά οι άνθρωποι ως βασικοί ήρωες και πρωταγωνιστές στις ιστορίες φαντασίας (συνήθως ιππότες, βάρβαροι, πολεμιστές και άντρες με μαγικές ικανότητες ή υποστήριξη από θεούς) βρίσκονται πλέον ήρωες των οποίων η καταγωγή ανάγεται στις φυλές των νάνων, των ξωτικών και των άλλων μυθικών πλασμάτων. Περισσότερο αγαπητή από όλες, τόσο για τους αναγνώστες όσο και για τους ίδιους τους συγγραφείς, φαίνεται πως είναι η φυλή των ξωτικών.

Ποια είναι εν τέλει τα ξωτικά; Τι είναι αυτά τα θρυλικά elves που παρασύρουν τη φαντασία του αναγνώστη, έρχονται στο προσκήνιο σε κάθε ιστορία και γίνονται μούσες τέχνης, τόσο μυθοπλαστικής όσο και εικαστικής; Πως έγιναν ισοδύναμα στο δέος με τους τρομερούς δράκους, τη μεγαλοπρέπεια της μαγείας και τη σαγήνη των υπερφυσικών δυνάμεων; Πως, αλήθεια, ξεκίνησε αυτή η ξωτικομανία και που βρίσκονται οι ρίζες αυτής της εκπληκτικής φυλής που από τα δάση και τα βουνά κατοικεί πλέον στα βιβλία και τα παιχνίδια;

Μέσα από αυτό το άρθρο θα κάνουμε ένα σύντομο οδοιπορικό στην ιστορία αυτής της φανταστικής φυλής, ξεκινώντας από τις πρώτες αντιλήψεις που είχαν διάφοροι λαοί για τα ξωτικά ώσπου να καταλήξουν στη μορφή και την αίγλη που απολαμβάνουν σήμερα στη λογοτεχνία και σε άλλες μορφές τέχνης που εκείνη επηρέασε.


 Μια θαυμαστή φυλή

Θα ήταν χρήσιμο αρχικά να αναφέρουμε μερικά χαρακτηριστικά των ξωτικών (όπως τα γνωρίζουμε κυρίως σήμερα) που γοητεύουν τους λάτρεις της φανταστικής λογοτεχνίας. Ένα κύριο γνώρισμα τους είναι η ομορφιά. Μια ομορφιά εξωτερική που τις περισσότερες φορές συνδυάζεται με ψυχική αγνότητα-αγιότητα. Τα ξωτικά περιγράφονται και απεικονίζονται ως ωραίοι άντρες και γυναίκες με λεπτά, καλοσχηματισμένα σώματα, στητή κορμοστασιά, μακριά και καλοχτενισμένα μαλλιά, σχιστά και αμυγδαλωτά μάτια ενώ τα αυτιά τους είναι μακριά με κοφτερές άκρες. Συνδέονται με τη φύση, κυρίως με τα δάση και το ζωικό βασίλειο, καθώς επίσης με τον ουρανό, τη νύχτα και τα αστέρια. Πολλοί συγγραφείς αφιερώνουν αρκετές σελίδες για να περιγράψουν τον πολιτισμό και τα βασίλεια τους, τον τρόπο με τον οποίο ζουν, τις συνήθειες τους, οι οποίες επί το πλείστον είναι ειρηνικές και καλαίσθητες, αλλά και υμνούν τις ξεχωριστές τους ιδιότητες στη μάχη και τον πόλεμο. Όπλα όπως το τόξο και το λεπτό ξίφος είναι άμεσα συνδεδεμένα με τα ξωτικά, το ίδιο και ο πράσινος μανδύας με το έμβλημα ενός μυθικού ζώου, συνήθως μονόκερου ή πήγασου.

Ας μην ξεχνάμε, όμως, και τη μυσταγωγία που τα χαρακτηρίζει. Πρόκειται για μια αίσθηση ιερού μυστηρίου που τα κάνει να απέχουν από τις κοινωνίες των ανθρώπων και των άλλων πλασμάτων. Ένα μυστήριο, βέβαια, που με τον καιρό η ομίχλη του διαλύθηκε λόγω της συχνής αναφοράς στην ξωτική φυλή και την πρωταγωνιστική της θέση στις ηρωικές ιστορίες που κάποιοι νεώτεροι συγγραφείς προσπαθούν να διατηρήσουν.

Πέρα από τα μάτια των ανθρώπων

Το μυστήριο αυτό ήταν που έπλασε τα ξωτικά στη φαντασία των ανθρώπων. Το μυστήριο και το άγνωστο, αυτό που προσπαθεί ο άνθρωπος να κατανοήσει και να εντάξει στη δική του οπτική, όπως συνέβη όχι μόνο με τα ξωτικά αλλά και με τα φαντάσματα, τους αγγέλους, τις θεότητες και τις ανάλογες υπάρξεις. Τα ξωτικά στην αρχή είχαν (και σε μερικά μέρη του κόσμου έχουν ακόμη) μια μεγάλη θέση στον κόσμο του εξωπραγματικού, τον αθέατο κόσμο που συνυπάρχει με το δικό μας. Στην ουσία δηλαδή, όταν μιλάμε για τα ξωτικά της πρώιμης φαντασίας των ανθρώπων, εννοούμε τα στοιχειά, τα αερικά του δάσους και του νερού, που άλλοτε φέρονται στους ξένους με καλοσύνη και άλλοτε ύπουλα και με πονηριά.


 Μύθοι, προέλευση και αντίληψη

Οι μύθοι και οι θρύλοι των ξωτικών αναπτύχθηκαν στην Ευρώπη και κυρίως στις βόρειες χώρες, ξεκινώντας από τη Γερμανία και καταλήγοντας στη μακρινή και παγωμένη Ισλανδία, συμπεριλαμβανομένου και τη Δανία, τη Νορβηγία, τη Σουηδία και φυσικά τη Μεγάλη Βρετανία. Οι δοξασίες ποικίλουν από χώρα σε χώρα. Χαρακτηριστικές είναι αυτές της Αγγλίας όπου τα ξωτικά είναι μικρά στο σχήμα, σχεδόν όσο τα σπουργίτια και τα μικρά πουλιά, όμορφα με χαρακτηριστικά σαν αυτά των νεράιδων (fairies-sprites) με βοηθητικές διαθέσεις απέναντι στους ανθρώπους (φυσικά αυτούς που έχουν καλές προθέσεις). Στη βόρεια Αγγλία όμως, καθώς και στη Σκωτία, τα ξωτικά, έτσι όπως αναφέρονται σε μεσαιωνικές μπαλάντες και τραγούδια, έχουν περισσότερο ανθρώπινη μορφή (με κάποιο ανάλογο κάλος πάντα) και νοοτροπία ανάλογη των θεών των αρχαίων Ελλήνων (πλεονεξία και ζήλια). Για παράδειγμα στο τραγούδι Queen of the Elfland’s Nourice μια γυναίκα πέφτει θύμα απαγωγής από τη βασίλισσα των ξωτικών για να ξεγεννήσει το παιδί της βασίλισσας (με την προϋπόθεση ότι θα ήταν αγόρι) ενώ στη μπαλάντα Lady Isabel and the Elf-Knight ένα ξωτικό απαγάγει την όμορφη Ισαβέλλα, αυτή τη φορά όχι για να τη χρησιμοποιήσει σε κάτι αλλά για να τη δολοφονήσει. Η αντίληψη των ανθρώπων εκείνων των περιοχών, όπως αυτή αποκαλύπτεται στα τραγούδια και τα παραμύθια της εποχής, απέχει πολύ τόσο από τα ξωτικά της μεταγενέστερης εποχής (ηρωική λογοτεχνία) όσο και από τα ξωτικά με τα αγνά και παιδικά χαρακτηριστικά (fairies, sprites). Μάλιστα, επειδή σε αρκετά μέρη τα ξωτικά προκαλούσαν φόβο, οι άνθρωποι είχαν υιοθετήσει τρόπους προστασίας από αυτά. Για παράδειγμα στη Σουηδία οι κάτοικοι σχεδίαζαν μια πεντάλφα έξω από τις πόρτες τους ή σχημάτιζαν ένα σταυρό πάνω σε ασημένια πιάτα ώστε να απαγορεύσουν την είσοδο των ξωτικών στα σπίτια τους. Οι κυνηγοί, επίσης, φρόντιζαν να μην πλησιάζουν σε λίμνες την ώρα που έβγαινε ο ήλιος επειδή τις ώρες εκείνες τα ξωτικά χόρευαν σχηματίζοντας κύκλους που έμοιαζαν με ομίχλη. Αν κάποιος έβλεπε εκείνο το χορό τρελαινόταν (νεραιδοχτυπημένος) και δεν μπορούσε μετά να θεραπευτεί με κανένα μέσο, κάτι το οποίο πίστευαν και στην Ελλάδα τη Βυζαντινή περίοδο αλλά και κατά την Τουρκοκρατία. Πρόκειται για μια αντίληψη που έχει τις ρίζες της στα αρχαία χρόνια (νύμφες).

Βλέπουμε, λοιπόν, ότι τα ξωτικά, από τόπο σε τόπο, έγιναν αντιληπτά ως διαφορετικά αλλά διατήρησαν κάποια κοινά στοιχεία. Άλλοτε παρουσιάστηκαν με ανθρώπινη μορφή (αρσενική ή μόνο θηλυκή), άλλοτε με παιδική και μικροσκοπική, άλλοτε με αέρινη και ακανόνιστη και άλλοτε ως αόρατες και πνευματικές υπάρξεις. Το ίδιο και η φύση τους που τα έκανε πότε να μοιάζουν σκανδαλιάρικα και πότε ευγενικά, επικίνδυνα και φιλικά. Διαφορετική παρουσιάστηκε επίσης η αντίληψη για την κατοικία τους. Στην Ισλανδία πίστευαν ότι κατοικούσαν στις πέτρες και τους βράχους ενώ σε άλλα μέρη στα δέντρα, τα δάση μα πιο πολύ στις λίμνες και στα ποτάμια.

Στην ουσία, σε αυτή την φάση τα ξωτικά δεν διαφέρουν από τα φαντάσματα, τα στοιχειά, τους καλικάτζαρους, τους νάνους (ένα ακόμα σπουδαίο κεφάλαιο στη λογοτεχνία του φανταστικού με το οποίο θα ασχοληθούμε σε άλλο τεύχος), τις νεράιδες και τις νύμφες. Και μιας που αναφέρθηκαν οι νύμφες, οι κατά αποκλειστικότητα γυναικείες θεότητες των στοιχείων της φύσης της Αρχαίας Ελλάδας, αξίζει να σημειωθεί ότι η ονομασία elf, η λέξη που αντιστοιχεί στη δική μας λέξη ξωτικό, είναι αγγλοσαξονικής προέλευσης (αολφ, αελφ, ελφ, από alb της λέξης albous δηλαδή λευκό-λευκός) με την οποία οι δυτικοί και βόρειοι λαοί προσπάθησαν να προφέρουν τη λέξη νύμφη και την αντίστοιχη λατινική της. Οπότε μπορούμε να πούμε ότι τα ξωτικά έχουν κατά κάποιο τρόπο ελληνική προέλευση. Η ομοιότητα άλλωστε των νυμφών με τα ξωτικά των δυτικών, τόσο στη φύση όσο και στις αντιδράσεις, καθώς και ο φόβος, ο σεβασμός και τα μέτρα προστασίας απέναντι τους, δικαιολογεί την προέλευση αυτή.

Κι εδώ γεννάται το εξής ερώτημα. Εφόσον οι αντιλήψεις των ανθρώπων για τα ξωτικά ήταν ανάλογες με αυτές των εχθρικών πλασμάτων, πως κατέληξαν στη μορφή αυτή με την οποία τα γνωρίζουμε σήμερα μέσα από τη λογοτεχνία, τη ζωγραφική, τον κινηματογράφο και τα παιχνίδια; Πώς δηλαδή τα elves απέκτησαν οριστική ανθρώπινη μορφή, ομορφιά σαν αυτή των αγγέλων, ιδανικά όμοια με εκείνα των ιπποτών, σοφία σαν αυτή των μάγων και ζωή που θυμίζει Δρυίδες των Κελτών;


Γουίλιαμ Σαίξπηρ, Λόρδος Ντάνσανι και Τζον Ρ. Τόλκιν

Η απάντηση βρίσκεται στο έργο τριών εκ των σπουδαιότερων λογοτεχνικών φυσιογνωμιών όλων των εποχών. Ο λόγος για τους πασίγνωστους Βρετανούς Σαίξπηρ, Λόρδο Ντάνσανι και Τόλκιν οι οποίοι, βασισμένοι στους βορειοδυτικούς λαϊκούς θρύλους, έδωσαν μια διαφορετική λογοτεχνική πνοή στα μυθικά ξωτικά, φέρνοντας τα πιο κοντά στον άνθρωπο με τα γνωρίσματα του.

Στο έργο του Σαίξπηρ που φέρει τον τίτλο «Όνειρα Θερινής Νυκτός» γίνεται αναφορά στον αθέατο κόσμο των ξωτικών, τα οποία κρύβονται από τα μάτια των θνητών αλλά τους παρακολουθούν με μεγάλο ενδιαφέρον. Οι ξωτικοί κόσμοι αποκτούν πια τη χάρη του παραμυθιού και οι κάτοικοί τους ξεφεύγουν από τον χαρακτήρα του φοβερού και του απαγορευμένου. Τα ξωτικά του μεσαίωνα πεθαίνουν και γεννιούνται εκείνα του ονείρου και της γαλήνης. Το έργο αυτό και ο τρόπος με τον οποίο ο Σαίξπηρ δίνει ζωή στα ξωτικά, θα επηρεάσουν τους ρομαντικούς λογοτέχνες και αργότερα τον Λόρδο Ντάνσανι, ο οποίος θα γράψει το μυθιστόρημα «Η Κόρη του Βασιλιά της Χώρας των Ξωτικών», ίσως το πρώτο μυθιστόρημα φαντασίας των νεώτερων χρόνων όπου τα ξωτικά κατέχουν πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο Ντάνσανι αξιοποιεί την ατμόσφαιρα και τη μαγεία από το έργο του Σαίξπηρ για να χτίσει την κοινωνία και τον τόπο διαμονής των ξωτικών όπως επίσης και τα γνωρίσματα τους, εσωτερικά (ευδαιμονία, ανεμελιά, αθωότητα, καλοσύνη, αγάπη, έρωτας) και εξωτερικά (νεότητα, χάρη, ομορφιά) με τη διαφορά όμως ότι τα ξωτικά του Ντάνσανι δεν παρουσιάζονται ως μικροσκοπικοί άνθρωποι αλλά έχουν ύψος περίπου όμοιο με αυτό των ανθρώπων.

Έτσι, στο έργο του Ντάνσανι, συναντάμε το πρώτο μοτίβο της νέας αντίληψης των ξωτικών. Ανθρώπινη μορφή, ανθρώπινες ιδιότητες (δεν πετούν, δεν εξαφανίζονται, δεν μεταμορφώνονται), αγέραστη ομορφιά, μυτερά αυτιά, χάρη, φιλοκαλία, σοφία και γνώση. Κάτι αντίστοιχο, δηλαδή, με τα ξωτικά του Τόλκιν.

Που ανιχνεύεται, όμως, το αρχέτυπο βάσει του οποίου οι τρεις εκφραστές του φανταστικού σχημάτισαν τα χαρακτηριστικά της ξωτικής φυλής; Γιατί εκείνοι, σε αντίθεση με τους προγενέστερους, δεν τα παρουσίασαν ως όντα μικροσκοπικά ή αερικά; Επειδή από όλους τους μύθους που οι λαοί σχημάτισαν για τα ξωτικά, εκείνοι προτίμησαν περισσότερο αυτούς των Σκανδιναβών.


ΠΗΓΗ