O Άμλετ, o Δον Κιχώτης κι ο Τουργκένιεφ


Γράφει ο Θανάσης Μπαντές

Στις αρχές του 1600, πιθανολογείται το 1605, γεννήθηκαν στην Ευρώπη δυο τεράστιοι μυθιστορηματικοί χαρακτήρες που έμελλε να στοιχειώσουν την παγκόσμια λογοτεχνία, ο Άμλετ κι ο Δον Κιχώτης. Ο πρώτος γεννιέται στο βορρά κι άλλος στο νότο. Η διαδρομή που ακολούθησαν και οι δύο μέσα στους αιώνες τους κάνει να ξεφεύγουν από τα μυθιστορηματικά όρια και να λειτουργούν ως αυθύπαρκτες προσωπικότητες που έχουν ξεφύγει εντελώς από τον έλεγχο των δημιουργών τους και δρουν ανεξέλεγκτα. Αυτή η ανορθολογική κατάσταση είναι απολύτως αναπόφευκτη, αφού η θεόρατη παρουσία αυτών των χαρακτήρων στο λογοτεχνικό στερέωμα έφερε τόσο πολυποίκιλες ερμηνείες, που ενδεχομένως να ξεπέρασαν κατά πολύ τις προθέσεις τόσο του Σαίξπηρ, όσο και του Θερβάντες. Εξάλλου, η ίδια η παρουσία τους μέσα στα έργα είναι τόσο φυσική, τόσο απερίφραστα παρορμητική και ακραία, που δίνουν την εντύπωση της ανεξάρτητης κίνησης, της απόλυτης δηλαδή αυτενέργειας, παρακινώντας την υποψία ότι τελικά οι συγγραφείς έπαιξαν μάλλον παθητικό ρόλο στην κατασκευή τους κι ότι περισσότερο ακολούθησαν την δράση που δημιουργούταν αυθόρμητα παρά την κατηύθυναν. Με δυο λόγια οι συγγραφείς παρασύρθηκαν από τους ήρωές τους χαρίζοντας τους τέτοια ελευθερία, που από ένα σημείο και μετά κινούνταν αυτόβουλα. Το να ξεφύγει το δημιούργημα από τον έλεγχο του δημιουργού δεν είναι τίποτε άλλο από την αποθέωση της συγγραφικής χαρισματικότητας.

Κάπως έτσι αντιμετωπίζει τους δύο χαρακτήρες ο Τουργκένιεφ στην ομιλία του στην Πετρούπολη το 1860 στην «Εταιρεία Αρωγής των Λογοτεχνών και των Επιστημόνων». Ο Τουργκένιεφ αντιπαραβάλλει τους δύο χαρακτήρες και τους ερμηνεύει προσπαθώντας να διεισδύσει στις βαθύτερες δομές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Αναγκαστικά δηλαδή τους δίνει υπόσταση και τους καθιστά οντότητες που όχι απλώς είναι υπαρκτές και αυτοκαθοριζόμενες αλλά αποτελούν ορόσημο της ανθρώπινης ύπαρξης. Είναι οι δύο ακραίοι πόλοι που κινείται η ανθρώπινη συμπεριφορά, οι θεμελιώδεις κολόνες που γύρω από αυτές εκτυλίσσεται η δράση και που οριοθετούν τα άκρα όλων των συμπεριφορικών αποκλίσεων. Θα έλεγε κανείς ότι βρισκόμαστε μπροστά στα μεγαλύτερα πειραματόζωα για τη μελέτη του ανθρώπου, βρισκόμαστε  δηλαδή μπροστά σ’ ένα μάθημα μπιχεβιορισμού που όμως αφορά την ανθρωπότητα στο σύνολό της.

Από την μια λοιπόν έχουμε το δον Κιχώτη, ήρωα κωμικό και παρορμητικό, άνθρωπο της προσφοράς και της ανιδιοτέλειας με αρχές απαραβίαστες, που από ένα σημείο και μετά δεν εκπροσωπεί απλώς την ηθική, αλλά ταυτίζεται μαζί της. Οραματιστής και φαντασιόπληκτος δεν διστάζει να ριχτεί ανά πάσα στιγμή σε οποιοδήποτε κίνδυνο προκειμένου να υπερασπιστεί αυτά που ο ίδιος ορίζει ως υπέρτατα ιδανικά. Αναμφισβήτητα τρελός είναι αδύνατο να προσαρμοστεί στην πραγματικότητα, την οποία σε μόνιμη βάση αντιστρέφει προκειμένου να θρέψει το όνειρό του, την διοχέτευση του αχαλίνωτου ρομαντισμού. Ο δον Κιχώτης είναι ο άνθρωπος που πιστεύει. Πιστεύει στα ιδανικά του, πιστεύει στους αγώνες του, πιστεύει στον αιώνιο έρωτα, πιστεύει στη δική του πραγματικότητα, πιστεύει στον εαυτό του και κυρίως πιστεύει στη δύναμη της διαρκούς προσπάθειας για το καλύτερο, δηλαδή στη δύναμη του αιώνιου αγώνα. Είναι πρόθυμος να υποστεί στωικά οποιοδήποτε μαρτύριο στο πλαίσιο αυτής της πίστης, που σταδιακά παίρνει σχεδόν θρησκευτικές αποχρώσεις.

Ταυτόχρονα αγνοεί. Αγνοεί την πραγματικότητα, αγνοεί τα βαθύτερα κίνητρα της συμπεριφοράς του και κυρίως αγνοεί τον τρόπο που τον βλέπουν οι άλλοι, γεγονός που τον καθιστά αφελή και θύμα των διάφορων επιτηδείων. Ο δον Κιχώτης δεν ζητά ποτέ ανταλλάγματα. Ακόμη κι ο έρωτάς του για τη Δουλτσινέα δεν έχει καμία αξίωση. Η μοναδική του ανταμοιβή είναι ακριβώς αυτό. Η εσωστρεφής ικανοποίηση της προσφοράς που πραγματοποιείται αποκλειστικά με την εκβιαστική αναζήτηση της θυσίας. Τελικά, εντελώς ανορθόδοξα, και με τρόπο παράδοξα φυσικό αποκτά εξωστρέφεια και φωτεινότητα. Γίνεται πανανθρώπινος και γεμάτος χρώμα. Γίνεται μεθυστικός. Παρά την αναπόδραστη συντριβή του είναι ευτυχισμένος. Ακολουθεί το όνειρο, που είναι μοναδικό νόημα ύπαρξης, και νιώθει πληρότητα. Η ευτυχία δεν αφορά την οπτική των άλλων, αλλά καθορίζεται από την εσωτερικότητα των προσωπικών κινήτρων που τελικά βρίσκουν διέξοδο, εξωτερικεύονται και προσφέρουν γαλήνη, καθώς υλοποιούν όλες τις επιθυμίες. Η πλάνη, αφού δεν είναι αντιληπτή, δεν έχει κανένα νόημα. Έτσι, ο δον Κιχώτης, μες την αφέλειά του, βιώνει ένα συναισθηματικό πανηγύρι που αποθεώνει την ύπαρξη. Ποιος εγγυάται ότι μια συμβατική ζωή στη Μάντσα θα τον έκανε περισσότερο ευτυχή; Από αυτή την άποψη δικαιώνεται.


Από την άλλη, ο Άμλετ είναι ακριβώς το αντίθετο. Είναι εξαιρετικά ευφυής, με δυνατή μόρφωση (καμία σχέση με τα ιπποτικά ρομάντζα του δον Κιχώτη), γέννημα – θρέμμα της πλουτοκρατίας, άνθρωπος ειδικού βάρους, ρεαλιστής και πάνω απ’ όλα άνθρωπος της ανάλυσης. Για τον Άμλετ τίποτα δεν είναι αυτονόητο και τίποτα δεν είναι ανάξιο ερμηνείας. Όλα αποτελούν αφορμές βαθύτερων σκέψεων που οφείλουν να ερευνηθούν μέχρις εσχάτων. Μια διαρκής διαλεύκανση που σηματοδοτεί μια διαρκή υποψία. Μοιραία δεν πιστεύει σε τίποτα. Δεν πιστεύει ούτε την ίδια του τη μάνα. Σιγά – σιγά φτάνει στην τρέλα. Αντιλαμβάνεται συνωμοσίες παντού, ψάχνει πάντα διφορούμενες σημασίες στα λόγια των άλλων. Βιώνει την αδιάκοπη ψυχική φθορά. Του είναι αδύνατο να δοθεί σε οτιδήποτε. Έτσι γίνεται φιγούρα σκοτεινή, καταδικασμένη σε δυστυχία. Τελικά είναι εγωιστής. Ενώ προβάλλει την αυτοθυσία και την ανιδιοτέλεια στο πλαίσιο της αποκατάστασης του πατέρα του, ουσιαστικά δεν κάνει τίποτε άλλο από το να περιστρέφεται γύρω από τον εαυτό του, αφού όλα τον αφορούν, αφού ο ίδιος είναι το κέντρο του κόσμου. Ακόμη κι όταν απευθύνει ειλικρινή εγκωμιαστικά λόγια σε αγαπημένους του ανθρώπους ουσιαστικά περιαυτολογεί. Τελικά η ευφυΐα του ξοδεύεται στην άρνηση κι αυτό είναι πηγή κάθε συμφοράς. Ο Σαίξπηρ του Βορρά έφερε στον κόσμο τη σκοτεινή ύπαρξη της σκληρής κι αδιαπραγμάτευτης καχυποψίας, την ύπαρξη της αδιάκοπης και συντριπτικής απώλειας κάθε εμπιστοσύνης ακόμη και προς τον ίδιο της τον εαυτό. Ο Θερβάντες του Νότου έφερε το σύμβολο της καλοπροαίρετης πίστης, τη φωτεινότητα της απερίσκεπτης προσφοράς και της ελαφρότητας. Η χρήση της βίας είναι καθοριστική. Ο Άμλετ, περισσότερο άνθρωπος του πνεύματος, προβαίνει σε εγκλήματα θεαματικά και φρικαλέα, ενώ ο δον Κιχώτης, άνθρωπος των όπλων, τελικά δεν πειράζει ούτε μύγα.

Οι δύο αυτές φυσιογνωμίες σηματοδοτούν, σ’ ένα γενικό πλαίσιο, τις δύο βασικότερες δομές της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Κατά τον Τουργκένιεφ, ο κόσμος χωρίζεται σε δον Κιχώτες και Άμλετ. Σε ανθρώπους που μπορούν να πιστέψουν και να δοθούν μέχρι αφέλειας στα οράματά τους και σε ανθρώπους που αδυνατούν να οραματιστούν οτιδήποτε, αφού ο σκεπτικισμός δρα πάντα ανασταλτικά. Οι πρώτοι είναι διατεθειμένοι να θυσιαστούν, οι δεύτεροι όχι. Οι πρώτοι προβάλλουν το θρίαμβο του συναισθήματος, ενώ οι δεύτεροι καταπλακώνονται από τη στιβαρότητα της καχυποψίας. Οι πρώτοι εκπροσωπούν την ελαφρότητα του ενθουσιασμού, ενώ οι δεύτεροι το βάρος της αιώνιας αποστασιοποίησης. Οι πρώτοι προβάλλονται γυμνοί κι ως εκ τούτου ευάλωτοι ενώ οι δεύτεροι ακρωτηριάζονται από συναισθηματική γύμνια. Οι πρώτοι βιώνουν το επίφοβο της αυθόρμητης τρέλας, ενώ οι δεύτεροι τη βασανιστική συνθήκη της άρνησης και του μηδενισμού.

Φυσικά, και οι δύο συντρίβονται, αφού αποτελούν τις δύο πλευρές του υπαρξιακού αδιεξόδου και η ανθρώπινη ιστορία είναι γεμάτη από τέτοια παραδείγματα. Τελικά, οι δύο αυτοί χαρακτήρες δεν εκπροσωπούν διαφορετικούς τύπους ανθρώπων, αλλά ενυπάρχουν την ίδια στιγμή, σαν δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κάθε άνθρωπος κρύβει μέσα του το δον Κιχώτη και τον Άμλετ ταυτόχρονα. Κάθε άνθρωπος είναι έτοιμος να παρασυρθεί από οποιοδήποτε δονκιχωτισμό και να στροβιλιστεί στο παράλογο οποιασδήποτε χίμαιρας προκαλώντας την έκπληξη των γύρω του. Κι αμέσως μετά να ξυπνήσει ο Άμλετ με τον εκμηδενιστικό σκεπτικισμό και την αποστασιοποίηση. Μιλάμε για έναν αδυσώπητο δυισμό, για ένα αιώνιο κονταροχτύπημα της δονκιχωτικής φρενίτιδας και της αμλετικής δυσπιστίας. Όσο όμορφη είναι η δονκιχωτική απερισκεψία, τόσο οδυνηρή η αμλετική απογοήτευση. Γι’ αυτό ο άνθρωπος έχει τόση ανάγκη να πιστέψει σε κάτι (από ξοφλημένη ιδεολογία, μέχρι θρησκεία, μέχρι ποδοσφαιρική ομάδα), για να ξυπνήσει τη γλύκα του δον Κιχώτη. Γι’ αυτό ο άνθρωπος εξοργίζεται μετά από κάθε ματαίωση δονκιχωτικού τύπου, γιατί ξυπνά ο Άμλετ. Αν αναλογιστούμε ότι το φαινόμενο αυτό μπορεί να έχει και συλλογικές διαστάσεις, τότε βρισκόμαστε μπροστά σε τραγωδίες ολόκληρων λαών.  Υπό αυτή την έννοια ο δον Κιχώτης κι ο Άμλετ, λειτουργώντας ως ψυχαναλυτικοί όροι, γίνονται δυνάμεις που κινούν την ύπαρξη και κατευθύνουν την ιστορία.