Φάουστ, του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε.



Τον Μάιο του 1823 ένας άσημος Γερμανός ονόματι Γιόχαν Πέτερ Εκερμαν, 31 ετών, στέλνει στον Γκαίτε, που ήταν τότε 74 ετών, ένα δοκίμιο με τίτλο Συνεισφορές στην Ποίηση, όπου αναφέρεται ειδικά στον συγγραφέα του Φάουστ… Η ιδέα ότι κάποιος συνδιαλέγεται με το κακό αποσκοπώντας σε ένα -διόλου ευκαταφρόνητο- ίδιον όφελος, ασκούσε πάντα μια  μια διαχρονική γοητεία.

Αυτός είναι άλλωστε ο λόγος που οι ιστορίες για έναν άνθρωπο που πουλάει την ψυχή του στον διάβολο εντοπίζονται σε ουκ ολίγες λαϊκές παραδόσεις. Η πιο γνωστή όμως περίπτωση τέτοιας ανίερης συμφωνίας έμελε είναι εκείνη του Φάουστ στο ομώνυμο έργο του Γκαίτε.

Σε αυτήν ο Διάβολος-Μεφιστοφελής με τα μαγικά του τεχνάσματα δεν δυσκολεύεται να πείσει τον πρωταγωνιστή ότι μπορεί να του δώσει ξανά τα νιάτα του, με αντάλλαγμα εκείνος να του πουλήσει την ψυχή του. Η αιώνια μάχη του καλού με το κακό αρχίζει όταν το πρώτο προκαλεί το δεύτερο. Με μια μοιρολατρική και συνάμα θεοκεντρική προσέγγιση, η άτυχη ψυχή του πρωταγωνιστή παίζεται κορώνα γράμματα ήδη από τους πρώτους στίχους του έργου.

Ο Κύριος και ο Μεφιστοφελής συζητούν για την ανικανοποίητη φύση του σοφού Γκαίτε που ξόδεψε όλη του τη ζωή στην απόκτηση της γνώσης, χωρίς να καταφέρει να κατακτήσει τελικά την αλήθεια. Συζητούν στην ουσία για μια ψυχή χωρισμένη στα δύο, που πλανάται στο διάκενο. Να κρατηθεί «σφιχτά στον κόσμο αυτόν» κατακτώντας μεγάλες ανακαλύψεις ή «με ορμή από την σκόνη να υψωθεί στις σφαίρες των τρανών προγόνων ψηλά»; Η αδυναμία να συνυπάρξουν οι δύο ασυμβίβαστες όψεις απελπίζουν τον πρωταγωνιστή ο οποίος δεν θέλει πια να ζει. Κάπου εκεί ο Κύριος δε μπορεί να προστατέψει τον δούλο του ενώ ο Μεφιστοφελής αποφασίζει να τον διεκδικήσει όσο είναι ακόμη ζωντανός.


ΚΥΡΙΟΣ
...Τους ομοίους σου δε μίσησα ποτέ.
Από τα πνεύματα που αρνούνται, ο πονηρός
ο λιγότερο μου είναι βαρετός. 
Κουράζεται ο άνθρωπος πολύ και γρήγορα γυρεύει να ησυχάσει,
γι' αυτό μου αρέσει να έχει ένα μαζί,
που ως διάολος πλάθει και κεντά στη δράση.

ΜΕΦΙΣΤΟΦΕΛΗΣ
Να βλέπω που και που το γέρο εδώ μου αρέσει,
και προσέχω μη κόψουμε τη σχέση.
Τι καλοσύνη να μιλεί του σατανά
ένας τρανός αφέντης τόσο ανθρωπινά....

Στην αρχή ο διάβολος παίρνει την μορφή ενός σκύλου. Με αυτόν τον τρόπο εισβάλλει στο σπίτι του Φάουστ την ώρα που εκείνος έχει ένα από τα γνωστά παραληρήματά του για τους ανώφελους κόπους της ζωής του. Ο Μεφιστοφελής του τάζει «θησαυρούς» με μόνο ένα αντάλλαγμα, τη ψυχή του. Ο θησαυρός φαντάζει μεγάλος μεγάλος κι έτσι ο Φάουστ συναινεί σε ένα σκοτεινό και καταστροφικό μονοπάτι.

Με την συνοδεία του Μεφιστοφελή επισκέπτεται μέρη που μέχρι πρότινος φάνταζαν απαγορευμένα. Το ταξίδι του Φάουστ δεν είναι πρωτόγνωρο μόνο ως προς τα μέρη αλλά και ως προς τα συναισθήματα. Απελπισία, έρωτας, μετάνοια, αρχίζουν να κυριαρχούν στη μέχρι χθες, διψασμένη για σοφία, ψυχή του.Μπαίνει σε καταγώγια, συνομιλεί με κακά πνεύματα μέχρι που στο τέλος παρασύρει ένα δεκαεξάχρονο κορίτσι, τη Μαργαρίτα, σε έναν έρωτα με τραγική κατάληξη.

Με μια γλώσσα περίπλοκη, με εικόνες που εναλλάσσονται ταχύτατα, με το λυρικό πλούσιο σε μεταφορές ύφος , η αγνή,  καταπιεσμένη από την μητέρα της και χωρίς αυτοπεποίθηση Μαργαρίτα, υποκύπτει στην ζοφερή της μοίρα παρόλο που είναι η μόνη που αντιλαμβάνεται τον Μεφιστοφελή.


Το ταξίδι παρέα στο διάβολο συνεχίζεται μα ακόμα κι αν ο οδοιπόρος αλλάξει γνώμη το πωλητήριο έχει ήδη επικυρωθεί και η συμφωνία είναι πλέον απαράβατη και μη αναστρέψιμη. Το σφάλμα αυτό του πρωταγωνιστή τον μετατρέπει σε ένα πρόσωπο εξαιρετικά τραγικό μέχρι το τέλος, όπου η κάθαρση δεν είναι ξεκάθαρη, προοικονομείται από τον ίδιο τον θάνατο χωρίς να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας.

Εκείνο ενάντια στο Μηδέν που στέκει τώρα, 
το κάτι, αυτός ο κόσμος ο χοντρά κομμένος, 
ολότελα δεν είναι πειραγμένος, 
όσα κι αν πιχειρίστηκα ως την ώρα
με μπόρες, κύματα, σεισμούς και πυρκαγιά - 
στέκουν ατάραχα και πέλαα και στεριά!
Κι η κολασμένη δα των ζώων και ανθρώπων γεννά
αυτή είναι αδύνατο κανένας να τη βλάψει:
πόσους δεν έχω ως τώρα θάψει!
Κι αίμα καινούργιο νέο πηδά ολοένα.
Έτσι πάει πάντα, είναι κανένας να λυσσιάζει.

Το πρότυπο του Φάουστ βασίζεται σε ένα υπαρκτό ιστορικό πρόσωπο που γεννήθηκε γύρω στο 1480 στο Κίντλιγκεν της Γερμανίας και αυτοπαρουσιαζόταν ως Μάγιστρος Γεώργιος Σαμπέλικους, Φάουστους υιός, «κεφαλή των νεκρομαντών, αστρολόγος, χειρομάντης, αερομάντης, πυρομάντης, δεύτερος στην υδρομαντεία». Προτού εισαχθεί στον κόσμο της ποίησης είχε ήδη δώσει τροφή για φήμες και θρύλους.

Σύμφωνα με τις παλαιότερες παραδόσεις, καταγόταν από το Χέλμστατ κοντά στη Χαϊδελβέργη, μεταγενέστερες πηγές αναφέρουν ως τόπο καταγωγής το Κνίντλιγκεν στο Μάουλμπρον. Από αρκετά ιστορικά ντοκουμέντα προκύπτει ότι διάφοροι ισχυροί άνθρωποι θέλησαν να επωφεληθούν από τον Φάουστ. Σύμφωνα με άλλες μαρτυρίες όμως  ο Φάουστ κυνηγήθηκε ως ύποπτο υποκείμενο. Ένα ντοκουμέντο του 1539 τον αναφέρει ως νεκρό. Ήδη λίγες δεκαετίες αργότερα δημιουργούνται θρύλοι για τις παράξενες συνθήκες του θανάτου του. Σύμφωνα με κάποιο χρονικό, ο διάβολος στραγγάλισε τον Φάουστ στο Μπράισγκαου.


Ο συγγραφέας της ιστορίας συγκέντρωσε ό,τι άκουσε και διάβασε για τον Φάουστους: από τις περιπέτειές του στις βασιλικές αυλές μέχρι την «αφοσίωσή» του στον Διάβολο, με σκοπό να τον αναδείξει μέσα από τις σελίδες του ποιήματος ως μια πληθωρική προσωπικότητα καταδικασμένη να αναζητάει τη γνώση με κάθε τίμημα.

Ο Γκαίτε δημιουργεί από αυτό τον μύθο έναν ζωντανό άνθρωπο με όλη την αντιφατικότητα της ύπαρξης. Πώς θα μπορούσε όμως ο Διάβολος, που έχει κεντρική σημασία στην παράδοση του Φάουστ, να παρουσιαστεί χωρίς να ακυρώσει ολόκληρο το μύθο του Φάουστ, από ένα πνεύμα του Διαφωτισμού; Πώς θα μπορούσε γενικά να εμφανιστεί με αληθοφάνεια ως δραματικό πρόσωπο του 18ου αιώνα;

Ίσως αυτή υπήρξε για τον Γκαίτε η βασική δυσκολία και ίσως έτσι εξηγείται και το γεγονός ότι, μετά την πρώτη φάση της δημιουργίας του έργου, μετά το 1800, ο Γκαίτε διαμόρφωσε έτσι τη συνάντηση του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή στις δύο σκηνές του σπουδαστηρίου, ώστε ο τρόπος που παρουσιάζεται και ορίζεται ο Διάβολος να ανταποκρίνεται σε πιο μοντέρνα σκέψη και ευαισθησία.

Ο Γκαίτε ψυχολογεί το Διάβολο. Ο Μεφιστοφελής γίνεται στο έργο του ένα αρνητικό, μηδενιστικό alter ego του Φάουστ, που εξελίσσεται σε μια συγκεκριμένη φάση τόσο αποφασιστικά, ώστε από εκείνο το σημείο, δρα μαζί με τον Φάουστ σε όλα τα γεγονότα… Άλλωστε το κακό για τον Γκαίτε, δεν είναι τίποτα άλλο παρά η άλλη όψη του καλού, ένα μέρος της υπόστασής του.

Η άνιση αναμέτρηση του Φάουστ με τον Μεφιστοφελή, αποτελεί, στην ουσία, την αναμέτρηση του καλού -που εντούτοις εμπεριέχει το κακό- με το κακό το οποίο ωστόσο επιφέρει το καλό. Υπ' αυτήν την έννοια, ούτε ο Φάουστ είναι αθώος, αφού έχει απηυδήσει βλέποντας ότι η γνώση -με τη συμβατική έννοια της συσσώρευσης πληροφοριών και της ανάλυσής τους- δεν οδηγεί πουθενά: Είναι αυτή η παρατεταμένη αίσθηση της ματαιότητας η οποία εξαναγκάζει τον Φάουστ να στραφεί στον Μεφιστοφελή, εκείνον που πρεσβεύει το κακό, μήπως βρει προς αυτήν την κατεύθυνση μία διέξοδο στη ζωή του. Και πράγματι, όταν ο Μεφιστοφελής εμφανίζεται, ο Φάουστ συνάπτει συμμαχία μαζί του για ν' αποκτήσει έτσι πρόσβαση στις απόκρυφες δυνάμεις του. Με βάση τούτη τη συμφωνία - και με αντάλλαγμα την ψυχή του Φάουστ- ο Μεφιστοφελής τον πήρε και τον οδήγησε μακριά…

Όταν άρχισε να δουλεύει τη βασική υπόθεση του πρώτου μέρους του δικού του Φάουστ, ο Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκαίτε (1749-1832) ήταν περίπου είκοσι χρονών και δεν ολοκλήρωσε το δεύτερο και τελευταίο μέρος του έργου παρά μόνο το 1831, λίγο πριν το θάνατό του.