Πώς ο Σαίξπηρ και ο Έλιοτ μπορούν να μας κάνουν πιο έξυπνους



Από τη Δήμητρα Διδαγγέλου 

Μία πεποίθηση που μας έχουν περάσει από την παιδική ηλικία και κυρίως τα χρόνια του σχολείου είναι ότι όσοι διαβάζουν είναι πιο έξυπνοι. Ισχύει όμως αυτό;
Σύμφωνα με έρευνες, αυτό μπορεί πράγματι να συμβεί, όχι όμως με μαγικό τρόπο. Συγκεκριμένοι μηχανισμοί που ενεργοποιούνται στον εγκέφαλο κατά την ανάγνωση μπορούν να τον ενδυναμώσουν.

Σε μελέτη του πανεπιστημίου του Λίβερπουλ, οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι η ανάγνωση μπορεί να έχει ιδιαίτερα ευεργετικές ιδιότητες για τον εγκέφαλο. Τ’ αναγνώσματα που χρησιμοποιήσαν στην έρευνα μάλιστα, δεν ήταν βιβλία αυτό-βοήθειας ή «ελαφριά» λογοτεχνία, αλλά κλασικά έργα και ποίηση.

Σύμφωνα με την ίδια έρευνα, όσο πιο απαιτητικά ήταν τα προς ανάγνωση έργα, τόσο πιο έντονη ήταν η ηλεκτρική δραστηριότητα στον εγκέφαλο. Στους εθελοντές δόθηκαν έργα στου Ουίλιαμ Σαίξπηρ, ποιήματα του Τ.Σ. Έλιοτ και άλλων γνωστών κλασικών λογοτεχνών.

Φαίνεται πως οι ασυνήθιστες λέξεις, οι δύσκολες φράσεις, οι περίπλοκες προτάσεις και τα βαθιά νοήματα «ερέθιζαν» τον εγκέφαλο των εθελοντών. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα την τόνωση της προσοχής τους και την ανάπτυξη της ικανότητας στοχασμού. Αυτό αποκτά μεγαλύτερη σημασία αν το δούμε στο πλαίσιο της σύγχρονης εποχής, που με το ίντερνετ και όλες τις ηλεκτρονικές ευκολίες, φαίνεται ότι ατονούν τέτοιους είδους δραστηριότητες του εγκεφάλου.


Επιπρόσθετα, η έρευνα έδειξε ότι κυρίως η ανάγνωση ποιημάτων δραστηριοποίησε έντονα την δραστηριότητα του δεξιού ημισφαιρίου, το οποίο εκτός των άλλων (βλ. «Ο εγκέφαλος, το δεξί βουβό ημισφαίριο και η γραφή» ), είναι υπεύθυνο για τη λεγόμενη αυτοβιογραφική μνήμη. Αυτού του είδους η μνήμη σχετίζεται με την ταυτότητα του ατόμου και την τοποθέτησή του στη ζωή μέσα από τις εμπειρίες του. Κατ’ αυτό τον τρόπο, το διάβασμα βοήθησε τους εθελοντές στο στοχασμό τους πάνω στη δική τους ζωή μέσα από το πρίσμα των λογοτεχνικών κειμένων.

Η δήλωση του καθηγητή Philip Davis, ο οποίος συμμετείχε στην παραπάνω έρευνα, είναι ξεκάθαρη ως προς τη χρησιμότητα του διαβάσματος: «Η «σοβαρή» λογοτεχνία εκτοξεύει τον εγκέφαλο. Η μελέτη δείχνει τη δύναμη που έχει η λογοτεχνία ν’ αλλάζει τα πνευματικά μονοπάτια στον εγκέφαλο, να προκαλεί νέες σκέψεις και διασυνδέσεις τόσο στους νέους όσο και στους ηλικιωμένους».

Απ’ ό,τι φαίνεται όμως οι ευεργετικές δραστηριότητες του διαβάσματος δεν σταματούν εδώ. Οι θετικές επιδράσεις του μπορεί να συνεχίζονται και πολύ μετά την πράξη της ανάγνωσης. Σε δεύτερη έρευνα από το Πανεπιστήμιο του Emory, βρέθηκε ότι το διάβασμα ενός βιβλίου μπορεί να δώσει ώθηση στον εγκέφαλο για πολλές μέρες μετά. Σύμφωνα με το Νευροβιολόγο Gregory Berns, «οι ιστορίες διαμορφώνουν τις ζωές μας και μερικές φορές μπορούν να καθορίσουν ένα άτομο. Θέλουμε να κατανοήσουμε πώς οι ιστορίες μπαίνουν στον εγκέφαλό μας και τι κάνουν εκεί.»

Στην ίδια έρευνα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι οι αλλαγές που γίνονται στους νευρώνες του εγκεφάλου, σχετίζονται με τη σωματική αίσθηση και τα συστήματα κίνησης. Μ’ αυτό τον τρόπο προτείνεται ότι το διάβασμα ενός βιβλίου μπορεί να μας μεταφέρει στο σώμα του πρωταγωνιστή. «Γνωρίζαμε ότι οι καλές ιστορίες μπορούν να βάλουν στη θέση του άλλου σε συμβολικό επίπεδο, όμως τώρα βλέπουμε ότι μπορεί να συμβαίνει κάτι και σε βιολογικό επίπεδο», ισχυρίζεται ο Berns.

Η ανάγνωση ενός κειμένου λειτουργεί για τον εγκέφαλο όπως η γυμναστική για τους μύες μας. Στην ίδια μελέτη βρέθηκε ότι οι αλλαγές στη δραστηριότητα των νευρώνων του εγκεφάλου ανιχνεύθηκαν ακόμη και πέντε μέρες μετά την παύση του διαβάσματος, γεγονός που σημαίνει ότι το διάβασμα μπορεί να έχει μεγαλύτερη και πιο μακρόχρονη επίδραση απ’ ό,τι πιστεύαμε.

Εκείνο που μπορούν οι αναγνώστες να κρατήσουν απ’ αυτές τις έρευνες είναι πως είναι σημαντικό τ’ αναγνώσματα να είναι απαιτητικά και υψηλής λογοτεχνικής αξίας. Οι συγγραφείς μπορούν επίσης να το κρατήσουν αυτό ως πληροφορία και προσφέροντας ανάλογα έργα στους αναγνώστες κατά ένα τρόπο να συμβάλλουν στην εγκεφαλική τους υγεία. Μπορεί ν’ ακούγεται υπερβολικό, όμως πλέον έχει αποδειχτεί κι επιστημονικά.

ΠΗΓΗ