Να ξυπνάς από το όνειρο. Νίτσε: – Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις



Γίνεται κανείς ηθικός - όχι επειδή είναι ηθικός! Η υποτα­γή στην ηθική μπορεί να είναι δουλοπρεπής, ή ματαιόδοξη πράξη απελπισίας όπως η υποταγή σε ένα μονάρχη: αυτή καθεαυτή δεν έχει τίποτα ηθικό.

Οι μεταβολές στην ηθική. Μια διαρκής επεξεργασία μετα­βολής συντελείται στην ηθική, - τα εγκλήματα με ευτυχή έκβαση είναι η αιτία (λογαριάζω για παράδειγμα ότι εκεί ανή­κουν όλες οι καινοτομίες των ηθικών κρίσεων). 

Σε τι είμαστε όλοι παρόλογοι. Συνεχίζουμε πάντα να βγά­ζουμε συμπεράσματα από κρίσεις που θεωρούμε ως λαθεμέ­νες, από θεωρίες στις οποίες δεν πιστεύουμε πια, - με τα αισθήματά μας.

Να ξυπνάς από το όνειρο. Υπήρχαν ευγενείς και σοφοί άνθρωποι που πίστευαν άλλοτε στην αρμονία των σφαιρών: «υπάρχουν ακόμη ευγενικοί και σοφοί άνθρωποι που πιστεύουν στην ηθική σημασία της ύπαρξης». Αλλά βλέπουμε να έρ­χεται η μέρα που τα αυτιά τους δεν θα ακούν πια αυτή την αρμονία. Θα ξυπνήσουν και θα αντιληφθούν ότι το αυτί τους ονει­ρευόταν. 

Άξιο για σκέψη. Το να δεχόμαστε μια πίστη απλά και μόνο επειδή είναι έθιμο να τη δεχόμαστε - δεν θα σήμαινε ότι είμαστε κακόπιστοι, δειλοί, νωθροί! - Τότε, η κακοπιστία, η δειλία, η τεμπελιά θα ήταν οι προϋποθέσεις της ηθικότητας; 

Οι αρχαιότερες ηθικές κρίσεις. Ποια είναι λοιπόν η στάση μας απέναντι στις ενέργειες του πλησίον μας; - Πριν απ’ όλα, εξετάζουμε τι προκύπτει για μας απ’ αυτές τις πράξεις, - τις κρίνουμε μόνο κάτω απ’ αυτό το πρίσμα. Αυτής της επενέργειας είμαστε η αιτία, και αυτή θεωρούμε ως σκοπό της πράξης - και τελικά του αποδίνουμε τέτοιες προθέσεις ως μόνιμη ιδιό­τητα και στο εξής τον ονομάζουμε για παράδειγμα, «επικίνδυ­νο άνθρωπο». Τριπλό λάθος! Τριπλή περιφρόνηση, πανάρχαια όπως ο κόσμος! Ίσως αυτή η κληρονομιά μας έρχεται από τα ζώα και από την κάθε ηθική σ’ αυτά τα τρομερά μικρά συμπε­ράσματα: «Αυτό που βλάπτει εμένα είναι κάτι κακό (καθεαυτό επιζήμιο). Αυτό που είναι ωφέλιμο για μένα είναι καλό (ευεργε­τικό και ωφέλιμο). Αυτό που με βλάπτει μια ή περισσότε­ρες φορές μου είναι εχθρικό καθεαυτό. Αυτό που μου είναι ωφέλιμο μία ή περισσότερες φορές είναι για μένα ευνοϊκό καθεαυτό». Ο pudenda origo! Αυτό τάχα δεν σημαίνει ότι: Πρέπει να ερμηνεύουμε τις αξιοθρήνητες, τυχάρπαστες και περιστασιακές σχέσεις που μπορεί να έχει ένας άλλος με εμάς, σα να ήταν αυτές οι σχέσεις η ουσία και το θεμέλιο της ύπαρξής του, και να ισχυριζόμαστε ότι αυτός απέναντι σε όλο τον κόσμο και απέναντι στον ίδιο τον εαυτό του δεν είναι ικανός παρά μόνο για σχέσεις όμοιες μ’ αυτές που είχαμε μαζί του μια ή περισσό­τερες φορές; Και μήπως, πίσω απ’ αυτή την αληθινή τρέλα δεν υπάρχει η πιο αναιδής υστεροβολία: να πιστεύουμε ότι πρέπει να είμαστε εμείς οι ίδιοι η αρχή του καλού εφόσον το καλό και το κακό καθορίζονται σύμφωνα με μας;


Υπάρχουν δυο είδη αρνητών της ηθικότητας. «Να αρνείσαι την ηθικότητα» - αυτό μπορεί να σημαίνει πριν απ’ όλα: να αρνείσαι ότι τα ηθικά κίνητρα που προφασίζονται οι άνθρωποι τους ώθησαν πραγματικά στις ενέργειές τους, - αυτό λοιπόν ισοδυναμεί με τον ισχυρισμό πως η ηθικότητα είναι μόνο υπό­θεση λέξεων και πως ανήκει στις χονδροειδείς ή και στις λε­πτές απάτες (μα προπάντων στην αυταπάτη) των ανθρώπων, και ίσως περισσότερο των ανθρώπων που είναι περιβόητοι για την αρετή τους. Στη συνέχεια: μπορεί να σημαίνει να αρνείσαι ότι οι ηθικές κρίσεις βασίζονται σε αλήθειες. Παραδέχονται λοιπόν ότι αυτές οι κρίσεις είναι αληθινά τα κίνητρα των ενερ­γειών, αλλά ότι είναι πλάνες, αιτία όλων των ηθικών κρίσεων που παρακινούν τους ανθρώπους στις ηθικές τους ενέργειες. Αυτή η τελευταία άποψη είναι δική μου. Ωστόσο, δεν αρνούμαι ότι σε άπειρες περιπτώσεις, μια διακριτική δυσπιστία του εί­δους της πρώτης είναι δικαιολογημένη και οπωσδήποτε, έχει μεγάλη γενική χρησιμότητα. Αρνούμαι λοιπόν την ηθικότητα όπως αρνούμαι ότι υπάρχουν αλχημιστές που πίστεψαν σ’ αυ­τές τις υποθέσεις και που βασίστηκαν σ’ αυτές. Αρνούμαι επί­σης την ηθικότητα: όχι επειδή υπάρχουν αναρίθμητοι άνθρω­ποι που αισθάνονται ανήθικοι, αλλά επειδή υπάρχει στην πραγματικότητα ένας λόγος για να αισθάνονται έτσι. .... Πρέπει να αλλάξουμε τον τρόπο μας να βλέπουμε τα πράγμα­τα -να αλλάξουμε τον τρόπο με τον οποίο αισθανόμαστε τα πράγματα.

Οι εκτιμήσεις μας. Όλες οι πράξεις μας συνδέονται με αξιολογήσεις. Όλες οι αξιολογήσεις είναι είτε προσωπικά δικές μας, είτε επίκτητες. - Αυτές οι τελευταίες είναι κατά πολύ περισσότερες. Γιατί τις υιοθετούμε; Από φόβο: δηλαδή η σύνεσή μας μας συμβουλεύει να δείχνουμε ότι τις θεωρούμε δικές μας - και συνηθίζουμε σ’ αυτή την ιδέα, έτσι ώστε στο τέ­λος να γίνει η δεύτερη φύση μας. Το να έχουμε μια προσωπική εκτίμηση αξιών: δεν σημαίνει ότι μετρούμε ένα πράγμα ανάλο­γα με την ευχαρίστηση ή τη δυσαρέσκεια που μας προκαλεί, σε μας και σε κανέναν άλλο, - αλλά εδώ έχουμε κάτι εξαιρετι­κά σπάνιο! Τάχα όμως, πρέπει τουλάχιστον η αξιολόγησή μας για ένα άλλο πρόσωπο, που μας ωθεί να τη χρησιμοποιήσου­με, στις περισσότερες περιπτώσεις, να προέρχεται από μας και να είναι το δικό μας προσδιοριστικό κίνητρο; Ναι, αλλά αυ­τούς τους προσδιορισμούς τους δημιουργούμε από τα παιδι­κά μας χρόνια και σπάνια αλλάζουμε γνώμη γι’ αυτούς. Τις πε­ρισσότερες φορές παραμένουμε σε όλη μας τη ζωή προσκολλημένοι στις παιδικές μας κρίσεις που έχουμε συνηθίσει, κι αυ­τό με τον τρόπο που κρίνουμε τους πλησίον μας (το πνεύμα τους, το αξίωμά τους, την ηθικότητά τους, τον χαρακτήρα τους, ό,τι αξιέπαινο ή αξιοκατάκριτο έχουν) σεβόμενοι τις εκτι­μήσεις τους.


Ο φαινομενικός εγωισμός. Η πλειοψηφία των ανθρώπων ότι κι αν πιστεύουν και λένε για τον «εγωισμό» τους, δεν κά­νουν τίποτα σ’ όλη τη ζωή τους για το εγώ τους, αλλά για το φάντασμα του εγώ τους που έχει σχηματιστεί γι’ αυτούς μέσα στο πνεύμα του περιβάλλοντος τους πριν τους κοινοποιηθεί. Κατά συνέπεια, ζουν όλοι μέσα σε μια νεφέλη από απρόσωπες ή μισοπρόσωπες γνώμες, και από αυθαίρετες και κατά κάποιο φανταστικές αξιολογήσεις, ο ένας σε σχέση με τον άλλο, και επομένως από πνεύμα σε πνεύμα: είναι ένα μοναδικός κόσμος φαντασμάτων που ξέρει να δίνει μια εικόνα τόσο γαλήνια! Αυ­τή καταχνιά από γνώμες και συνήθειες αναπτύσσεται και ζει σχεδόν ανεξάρτητα από τους ανθρώπους που περικαλύπτει. Σ’ αυτή βρίσκεται η αχώριστη δυσαναλογία από τις γενικές κρίσεις για τους ανθρώπους - όλοι αυτοί που είναι άγνωστοι μεταξύ τους πιστεύουν σ’ αυτή την αναιμική και αφηρημένη λέξη «άνθρωπος», δηλαδή σε ένα μύθο. Και κάθε αλλαγή που επιχειρείται σ’ αυτή την αφηρημένη έννοια από τις μεμονωμέ­νες ισχυρές κρίσεις (όπως εκείνες των ηγεμόνων και των φιλο­σόφων) προκαλεί ένα ασυνήθιστο και παράλογο αποτέλεσμα στη μεγάλη πλειοψηφία. - Όλα αυτά επειδή κάθε άτομο αυτής της πλειοψηφίας δεν μπορεί να αντιτάξει ένα αληθινό εγώ, που του είναι προσιτό και που το έχει εμβαθύνει, στην καθολι­κή ωχρή πλαστικότητα, που θα κατάστρεφε μ’ αυτό τον τρόπο.

Ενάντια στο ορισμό των ηθικών σκοπών. Απ’ όλες τις πλευρές, ακούμε τώρα να λένε ότι ο σκοπός της ηθικής είναι κατά κάποιο τρόπο η διατήρηση και η πρόοδος της ανθρωπότητας. Αλλά αυτό σημαίνει να θέλουμε μια συνταγή και τίποτα περισσότερο. Διατήρηση για ποιο πράγμα; Θα έπρεπε να ρωτήσουμε πριν απ’όλα, πρόοδο προς τα πού; - Μέσα στη συνταγή δεν παράλειψαν το ουσιώδες: την απάντηση σ’ αυτό το «για ποιο πράγμα» και «προς τα πού»; Τι προκύπτει λοιπόν για την θεωρία των καθηκόντων του ανθρώπου που δεν έχει καθοριστεί ήδη, δίχως να μιλούμε γι’ αυτό και δίχως να το σκε­φτόμαστε; Μπορούμε να μάθουμε αρκετά απ’ αυτή αν πρέπει να αποβλέπουμε στην ιδέα να παρατείνουμε όσο γίνεται την ύπαρξη της ανθρωπότητας, ή να απομακρύνουμε την ανθρω­πότητα όσο μπορούμε από τη ζωώδη της κατάσταση; Πόσο διαφορετικά θα έπρεπε να είναι τα μέσα και στις δύο περιπτώ­σεις, δηλαδή η πρακτική ηθική! Αν παραδεχτούμε ότι θέλουμε να δώσουμε στην ανθρωπότητα όλη την ορθοφροσύνη για την οποία είναι ικανή, αυτό δεν θα εγγυόταν βέβαια και την πιο μα­κρόχρονη διάρκειά της! Ή μάλλον, αν παραδεχτούμε ότι ονει­ρευόμαστε τη «μεγαλύτερη ευτυχία» της, για να απαντήσουμε σ’ αυτό το «για ποιο πράγμα» και σ’ αυτό το «προς τα πού»: τό­τε σκεφτόμαστε τον ανώτατο βαθμό ευτυχίας όπου θα μπο­ρούσαν να φτάσουν κάποια άτομα προοδευτικά; Ή ένα έσχα­το, μέσο, ακαθόριστο ευδαιμονισμό, αλλά που όλοι θα μπο­ρούσαν να το φτάσουν; Και γιατί να διάλεγε κανείς την ηθικό­τητα για να φτάσει σ’ αυτό το σκοπό; Η ηθικότητα δεν έχει, τά­χα, στο σύνολο της, δημιουργήσει μια τέτοια πηγή δυσαρέ­σκειας που θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι κάθε εκλέπτυνση της ηθικότητας κατέστησε τον άνθρωπο πιο δυσαρεστημένο με τον εαυτό του, με τον πλησίον του και με το πε­πρωμένο του; Ο άνθρωπος που ως τώρα ήταν ο πιο ηθικός, δεν πίστεψε τάχα ότι η μοναδική κατάσταση που μπορεί το άτομο να δικαιολογήσει απέναντι στην ηθική ήταν η βαθύτε­ρη αγωνία;


Το δικαίωμά μας στην απερισκεψία. Πώς πρέπει να συμπεριφέρεται κανείς; Για ποιο σκοπό πρέπει να ενεργεί; - Ανα­φορικά με τις άμεσες και καθημερινές ανάγκες του ατόμου εί­ναι εύκολο να απαντήσει κανείς σ’ αυτό το ερώτημα. Αλλά όσο περισσότερο υπεισέρχεται σε ένα πεδίο λεπτότερων, πιο εκτε­ταμένων και πιο σημαντικών πράξεων, τόσο περισσότερο αβέ­βαιο και αυθαίρετο γίνεται το πρόβλημα. Ωστόσο, πρέπει εδώ ακριβώς να αποτραπεί η αυθαιρεσία της απόφασης! Αυτό απαιτεί η αυθεντία της ηθικής: ένας φόβος και ένας τυφλός σεβασμός πρέπει να οδηγούν τον άνθρωπο δίχως καθυστέρη­ση σ’ αυτές τις πράξεις που δεν διακρίνει αμέσως τον σκοπό και τα μέσα τους! Στα πράγματα όπου θα μπορούσε να είναι επικίνδυνο να σκεφτόμαστε λαθεμένα, αυτή η αυθεντία της ηθικής συνδέει τη σκέψη - έτσι τουλάχιστον η ηθική συνηθίζει να δικαιολογείται μπροστά στους κατήγορούς της. «Λαθεμέ­να», εδώ σημαίνει «επικίνδυνα» -, αλλά επικίνδυνα για ποιον; Γενικά, δεν είναι ο κίνδυνος της πράξης που έχουν υπόψη οι κάτοικοι της αυθεντικής ηθικής, αλλά ο δικός τους κίνδυνος, η απώλεια που θα μπορούσε να υποστεί η δύναμή τους και η επιρροή τους, μόλις θα αναγνωριζόταν σε όλους το δικαίωμα να ενεργούν σύμφωνα με τη δική τους οποιαδήποτε λογική, αυθαίρετα και απερίσκεπτα: αυτοί διατάζουν, ακόμη και όταν στα ερωτήματα: «Πώς πρέπει να συμπεριφέρομαι; για ποιο σκοπό πρέπει να ενεργώ;» μόλις και μετά βίας μπορούν να δο­θούν απαντήσεις. Και αν η λογική της ανθρωπότητας ανα­πτύσσεται με τόσο περίεργη βραδύτητα, ώστε μερικές φορές να αμφισβητείται αυτή η ανάπτυξη που αφορά ολόκληρη την ιστορία της ανθρωπότητας, ποιος έχει μεγαλύτερη ευθύνη γι’ αυτό, αν όχι αυτή η επίσημη παρουσία; Θα πω μάλιστα, αυτή η πανταχού παρουσία των ηθικών εντολών που δεν επιτρέπουν ούτε να τεθεί το προσωπικό ερώτημα «Για ποιο σκοπό;» και «Πώς;» Μήπως η παιδεία μας δεν έχει δημιουργηθεί για να μας προκαλεί παθητικά συναισθήματα, για να μας κάνει να καταφεύγουμε στο σκοτάδι όταν η λογική μας θα έπρεπε να διατηρεί όλη της τη διαύγεια και την ψυχραιμία; Εννοώ σε όλες τις ανώτερες και σπουδαιότερες υποθέσεις.

Μερικές θέσεις. Εφόσον το άτομο επιθυμεί την ευτυχία του, δεν πρέπει να του δώσουμε κατευθύνσεις για τον δρόμο που οδηγεί στην ευτυχία: γιατί η ατομική ευτυχία πηγάζει από νόμους που είναι άγνωστοι στον καθένα, κι έτσι δεν μπορεί πα­ρά να εμποδίζεται και να σταματά από εξωτερικές οδηγίες. Οι εντολές που αποκαλούν «ηθικές», στην πραγματικότητα στρέ­φονται ενάντια στα άτομα και δεν θέλουν καθόλου την ευτυχία τους. Αυτές οι εντολές έχουν τόση λίγη σχέση με «την ευτυχία και την ευημερία» της ανθρωπότητας - επειδή δεν είναι καθό­λου δυνατό να συνδεθούν με αυτούς τους όρους και αυτές τις αυστηρές έννοιες, και ακόμη λιγότερο να χρησιμεύσουν σαν φάρος στον σκοτεινό ωκεανό των ηθικών επιδιώξεων. - Δεν εί­ναι αλήθεια, όπως το θέλει η πρόληψη, ότι η ηθικότητα είναι πιο ευνοϊκή στην ανάπτυξη της λογικής από την ανηθικότητα. - Δεν είναι αλήθεια ότι ο ασυνείδητος σκοπός της εξέλι­ξης όλων των συνειδητών όντων (ζώων, ανθρώπων, ανθρωπό­τητας, κλπ.) είναι η «υπέρτατη ευτυχία» της: υπάρχει κυρίως, σε όλες τις βαθμίδες εξέλιξης, μια ιδιαίτερη και ασύγκριτη ευ­τυχία, ούτε ανώτερη ούτε κατώτερη, αλλά ακριβώς υποκειμε­νική. Η εξέλιξη δεν θέλει την ευτυχία, παρά μόνο την εξέλιξη και τίποτα περισσότερο. Μόνο αν η ανθρωπότητα είχε ένα πα­γκόσμια αναγνωρισμένο σκοπό, θα μπορούσαμε να προτεί­νουμε ότι «πρέπει να ενεργούμε μ’ αυτό ή με τον άλλο τρόπο»; για την ώρα, δεν υπάρχει παρόμοιος σκοπός. Άρα δεν πρέπει να συσχετίσουμε τις απαιτήσεις της ηθικής με την ανθρωπότη­τα, αυτό είναι παραλογισμός και παιδικότητα. Είναι τελείως διαφορετικό να συστήσουμε ένα σκοπό στην ανθρωπότη­τα: ο σκοπός είναι τότε κάτι που εξαρτάται από τη θέλησή μας: αν υποθέσουμε ότι θα αρέσει η πρότασή μας στην ανθρωπό­τητα, τότε θα μπορούσε να θεσπίσει για τον εαυτό της ένα ηθι­κό νόμο που θα της ταίριαζε. Αλλά μέχρι σήμερα, ο ηθικός νό­μος έπρεπε να τοποθετείται πάνω από τη θέλησή μας: πιο συ­γκεκριμένα, δεν ήθελαν να θεσπίσουν αυτό το νόμο, αλλά να τον πάρουν από κάπου, να τον ανακαλύψουν κάπου, να διατάσσονται από κάπου.

Από το βιβλίο του Νίτσε: Αυγή (Σκέψεις για τις ηθικές προλήψεις)

ΠΗΓΗ