Πως να διαβάσουμε τον «Οδυσσέα» του Τζέιμς Τζόις;


Ενενήντα ακριβώς χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση (κυκλοφόρησε στις 2 Φεβρουαρίου του 1922 στο Παρίσι), ο Οδυσσέας του Τζέιμς Τζόις, το μυθιστορηματικό προπύργιο του ευρωπαϊκού μοντερνισμού, που έμελλε να καταταγεί ανάμεσα στα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, εξακολουθεί να αποτελεί έναν τεράστιο όσο και εξαιρετικά ελκυστικό γρίφο.

Ο Οδυσσέας, του οποίου η ελληνική έκδοση κυκλοφόρησε ξανά πρόσφατα, σε μια επετειακή συσκευασία του «Κέδρου» με σκληρό εξώφυλλο (μετάφραση Σωκράτης Καψάσκης, επιμέλεια Ηλίας Χ. Παπαδημητρακόπουλος, σελ. 824), έχει δημιουργήσει φανατικές αναγνωστικές κοινότητες και στρατιές προσηλωμένων ερμηνευτών, με πλήθος συνεδρίων, συζητήσεων, άρθρων, μελετών και ηλεκτρονικών αναρτήσεων κάθε χρόνο απανταχού της γης.

Παρά, ωστόσο, το μέγα πλήθος και το μέγα πάθος, το κρίσιμο ερώτημα παραμένει. Διαβάζεται ο Οδυσσέας σήμερα κι αν ναι, με ποιον ακριβώς τρόπο; Πώς θα κατανοήσουμε ένα κείμενο το οποίο είναι γραμμένο με την τεχνική της ροής της συνείδησης, μια μέθοδο γραφής που θέτει ευθύς εξαρχής τεράστια εμπόδια στην αποκρυπτογράφησή της; Προσανατολισμένη στο να συλλάβει και να εκφράσει την άκρατη υποκειμενικότητα των μυθιστορηματικών ηρώων, η ροή της συνείδησης αποκαλύπτει το χάος, την αταξία και το παράλογο που επικρατούν στον εσωτερικό τους κόσμο, διοχετεύοντας τις σκέψεις και τις αντιδράσεις τους στα πιο παράξενα και ακανόνιστα κανάλια. Το αποτέλεσμα είναι η διάλυση του μύθου και η καταστρατήγηση της πλοκής, που μετατρέπουν τον λόγο του Τζόις σε δυσεπίλυτο σταυρόλεξο. Αν εδώ συνυπολογίσουμε πως στην αφήγηση του Οδυσσέα παρεμβάλλονται κάθε τόσο άπειρα λογοπαίγνια και υπαινιγμοί, συνδυασμένα με έναν σταθερά παρωδιακό τόνο, τον οποίο επιτείνει η ειρωνική χρήση των διαφημιστικών σλόγκαν, η δυσκολία της κατανόησης αυξάνει ανησυχητικά.

Και τα εμπόδια δεν έχουν τελειωμό. Κάθε κεφάλαιο του Οδυσσέα αντιστοιχεί σε μια ραψωδία της ομηρικής Οδύσσειας (από τους Λωτοφάγους και τους Λαιστρυγόνες μέχρι τις Σειρήνες ή τη Σκύλλα και τη Χάρυβδη), με τους κεντρικούς τζοϊσικούς ήρωες να ανάγονται επίσης στα πρωταγωνιστικά πρόσωπα του αρχαιοελληνικού προτύπου: ο Leopold Bloom είναι ένας σύγχρονος Οδυσσέας, πίσω από τη Molly Bloom κρύβεται η Πηνελόπη ενώ κάτω από τη μορφή του Stephen Dedalus σαλεύει ο Τηλέμαχος. Πόσο εύκολα μπορεί να αποκωδικοποιηθούν τέτοιες αναλογίες, που προϋποθέτουν μιαν εποπτική γνώση της αρχαίας λογοτεχνίας και μυθολογίας, και τι συμβαίνει όταν σ’ αυτές θα έρθει να προστεθεί μια πλειάδα αναφορών στην παράδοση της μεσαιωνικής Ιρλανδίας, που γρήγορα θα ενισχυθούν και από έναν εντυπωσιακό όγκο νεότερων ιστορικών παραπομπών; Κι επιπλέον, πώς να αντιμετωπιστούν οι χαώδεις διαφορές οι οποίες παρουσιάζονται από τη μια έκδοση του Οδυσσέα στην άλλη, με την εκάστοτε διόρθωση των λαθών που αναπόφευκτα προκύπτουν από ένα τόσο περίπλοκο υλικό να παράγει εις το διηνεκές σωρεία καινούργιων λαθών;

Λοιπόν; Δεν υπάρχει κανένας δρόμος διάσωσης της επικοινωνίας μας με τον Οδυσσέα; Πολλοί, αλλά η πλέον ενδεδειγμένη ίσως λύση είναι να αποτινάξουμε όλες τις ακαδημαϊκές και κριτικές ερμηνείες που έχουν επικαλύψει με το δυσβάστακτο εκτόπισμά τους το λογοτεχνικό κείμενο, δοκιμάζοντας να κολυμπήσουμε χωρίς βοήθεια σε βαθιά νερά. Και το κολύμπι στα βαθιά νερά δεν χρειάζεται να ξεκινήσει από τον θηριώδη φιλολογικό εξοπλισμό του έργου, που βάζει στα αίματα ακαδημαϊκούς και κριτικούς. Οι πρώτες απλωτές μπορεί να γίνουν με τη συνδρομή του αμεσότερου στοιχείου του Οδυσσέα, που δεν είναι άλλο από τον γαιώδη και γεμάτο συναισθήματα χαρακτήρα του Leopold Bloom. Ζώντας με πλήρη ένταση την κάθε στιγμή του, ο πρωταγωνιστής του Τζόις θα κατορθώσει στο διάστημα ενός εικοσιτετραώρου (αυτός είναι όλος κι όλος ο μυθιστορηματικός χρόνος του πολυσέλιδου, σχεδόν αχανούς Οδυσσέα) να κάνει τα πάντα: θα ετοιμάσει πρωινό για τη γυναίκα του, θα ταΐσει τη γάτα του, θα θρηνήσει τον θάνατο του γιού του, θα κοιτάξει αισθησιακές γυναίκες στον δρόμο, θα ακούσει τις περιπέτειες και τις ιστορίες των άλλων στο μπαρ, χωρίς ποτέ να λάβει μέρος ο ίδιος σε οτιδήποτε, θα δεχτεί με σπάνια σοφία την απιστία της Molly Bloom (μια αναποδογυρισμένη Πηνελόπη) και, το κυριότερο, θα μάθει στον Stephen Dedalus πως η μόρφωση και η παιδεία είναι εγκεφαλικά βαρίδια και πως η ζωή διεκδικεί την προτεραιότητα απέναντι σε οποιοδήποτε καλλιτεχνικό στοίχημα.

Στις 16 Ιουνίου του 1904 (η ημερομηνία που θα αποσπάσει ο συγγραφέας από τον βίο των ηρώων του, αλλά και η ημερομηνία της ετήσιας γιορτής των θαυμαστών του Τζόις από όλο τον κόσμο, η Bloomsday), ο Leopold Bloom θα χωρέσει ολόκληρο το σύμπαν σ’ ένα βιβλίο. Οι περίπλοκες λογοτεχνικές γραφές, τα τοπικά γεγονότα σε συνάρτηση με την καταστροφή του Πρώτου Παγκοσμίου Πολέμου, η ιστορία της φιλοσοφίας και των ιδεών, ο κέλτικος πολιτισμός, τα ακούραστα γλωσσικά παιχνίδια, η ανατομία του Δουβλίνου ανά τους αιώνες ή η αιώρηση ανάμεσα στην πραγματικότητα και τη φαντασία (το σύνολο του περίτεχνου δικτύου που μετατρέπει τον Οδυσσέα σε απροσπέλαστο μυστικό) θα προσγειωθούν στην καθημερινότητα ενός κοινού και τετριμμένου ήρωα, ο οποίος τρέφεται από τους υλικούς, εντελώς χειροπιαστούς δεσμούς του με ό,τι τον περιβάλλει και τον συγκινεί, κόντρα στην ασήκωτη αρματωσιά του ομηρικού του προκατόχου. Κι αυτός είναι ίσως ο καλύτερος τρόπος για να αρχίσουμε να διαβάζουμε τον Οδυσσέα: από το φαγητό, το ποτό, το σεξ, το χιούμορ και τη χαρά που βγαίνει από το σκοτάδι (ο Leopold Bloom είναι ένας ακραιφνής υπερασπιστής της ευζωίας) προς την ανοιχτή και επικίνδυνη θάλασσα της υψηλής τέχνης (ο Stephen Dedalus είναι ένας αποσυνάγωγος του κόσμου). Αλλά έτσι δεν αρχίζει να ξετυλίγεται η μαγεία μιας καινούργιας και πέρα για πέρα απρόβλεπτης Οδύσσειας;

ΠΗΓΗ