Ἡ τέχνη τῆς ἀνάγνωσης

το Σω­τή­ρη Τρι­βιζ 
Πρό­κει­ται γιά μιά σχε­δόν λη­σμο­νη­μέ­νη τέχνη. Χι­λιά­δες βι­βλία γρά­φο­νται καί δια­βά­ζο­νται κάθε χρόνο, λά­χι­στοι εναι μως ο νθρω­ποι πού να­γι­γνώ­σκουν: κενοι δη­λα­δή πού να­γνω­ρί­ζουν σ’ να βι­βλίο μιά γνω­στη πλευ­ρά το αυτο τους, μιά ξε­χα­σμέ­νη ασθηση μιά συ­γκί­νη­ση πού ρχε­ται στήν πι­φά­νεια μέ τή δια­κρι­τι­κή με­σο­λά­βη­ση το συγ­γρα­φέα. Ατοί, ο λη­θι­νοί ναγνστες, καμ­μιά σχέση δέν χουν μέ σους πε­ρι­δια­βά­ζουν στίς σε­λί­δες νός βι­βλί­ου. Εναι ο τε­λευ­ταοι μις φυλς ποία να­γνω­ρί­ζε­ται κόμα πό τό τυ­πι­κό μις τελετς πού πα­να­λαμ­βά­νε­ται πα­ράλ­λα­χτη δ καί αἰῶνες.
να­γνώ­στης δια­λέ­γει διος τά βι­βλία του. Τό βι­βλιο­πω­λεο εναι φυ­σι­κός του χρος, τό δεύ­τε­ρο σπίτι του. φο πα­ρα­πλεύ­σει τούς φορ­τω­μέ­νους πά­γκους, να­γνώ­στης κα­τευ­θύ­νε­ται στά σκο­νι­σμέ­να ράφια. Ξέρει καλά πώς κάτω π’ τή σκόνη, μέσα στήν δια­φο­ρία καί τήν γκα­τά­λει­ψη, πε­ρι­μέ­νουν ο πραγ­μα­τι­κοί θη­σαυ­ροί, πως τά κλε­κτά κρα­σιά πού πα­λαιώ­νουν στήν κάβα. κε φήνει τό μάτι του νά πλα­νη­θε σέ τί­τλους, νό­μα­τα συγ­γρα­φέ­ων, λέ­ξεις καί χρώ­μα­τα. ταν κά­ποιο βι­βλίο τρα­βή­ξει τήν προ­σο­χή του, τό κα­τε­βά­ζει π’ τό ράφι καί τό ξε­φυλ­λί­ζει μέ νυ­πό­μο­να χέρια. Δια­βά­ζει τό πι­σθό­φυλ­λο, τό βιο­γρα­φι­κό ση­μεί­ω­μα το συγ­γρα­φέα, κά­ποιες τυχαες πε­ρι­κο­πές. να­γνώ­στης προ­σέ­χει κόμα τά τυ­πο­γρα­φι­κά στοι­χεα, τήν εκόνα καί τό στή­σι­μο το ξω­φύλ­λου, τήν ποιό­τη­τα το χαρ­τιο. Με­ρι­κοί ναγνστες συ­νη­θί­ζουν νά βυ­θί­ζουν τή μύτη τους μέσα στίς σε­λί­δες νός βι­βλί­ου καί ν’ πο­λαμ­βά­νουν τό ρωμα τς τυ­πω­μέ­νης με­λά­νης. Μο­λο­νό­τι ατό γί­νε­ται συ­νή­θως στά κρυφά, πρέ­πει νά ση­μειώ­σου­με τι πο­τε­λε μία καθ’ λα νό­μι­μη πράξη. Τό βι­βλίο πευ­θύ­νε­ται σέ λες τίς ασθή­σεις μας, κι ατό εναι κάτι πού τό ξέρει καλά να­γνώ­στης.
να­γνώ­στης δια­βά­ζει πά­ντο­τε μόνος. Γνω­ρί­ζει πώς νά­γνω­ση εναι μιά δια­δι­κα­σία πού, πως μιά δύ­σκο­λη καί παι­τη­τι­κή ρω­μέ­νη, ξιώ­νει λό­κλη­ρη τήν προ­σο­χή του. Φρο­ντί­ζει, λοι­πόν, νά ξα­σφα­λί­σει τήν πό­στα­σή του πό τήν πραγ­μα­τι­κό­τη­τα προ­κει­μέ­νου νά βυ­θι­στε πε­ρί­σπα­στος σ’ ναν και­νούρ­γιο κόσμο. νά­γνω­ση σέ πα­ρα­λί­ες, κα­φε­νεα, μέσα μαζικς με­τα­φορς, πα­γκά­κια πάρ­κων καί, γε­νι­κά, σέ πο­λυ­σύ­χνα­στα μέρη, εναι μιά προ­βλη­μα­τι­κή μορφή νά­γνω­σης. Πράγ­μα­τι, ρκε νας θό­ρυ­βος, μιά φωνή, καιρη πα­ρέμ­βα­ση το σερ­βι­τό­ρου, γιά νά ρα­γί­σει κό­σμος πού να­γνώ­στης οκο­δο­μοσε μέσα του. Γι’ ατό να­γνώ­στης δια­βά­ζει κατά μόνας στό συχο πε­ρι­βάλ­λον το σπι­τιο του. λλες φορές μπορε κατά τήν κρίση του νά πι­λέ­ξει μιά χι διαί­τε­ρα να­παυ­τι­κή πο­λυ­θρό­να στό σα­λό­νι μιά πλή κα­ρέ­κλα στό δρο­σε­ρό μι­σο­σκό­τα­δο τς κου­ζί­νας. νά­γνω­ση στό κρε­βά­τι στόν κα­να­πέ, μο­λο­νό­τι χαί­ρει διαί­τε­ρης προ­τί­μη­σης πό μιά ρι­σμέ­νη κα­τη­γο­ρία να­γνωστν πού δια­κρί­νο­νται γιά τή σω­μα­τι­κή νω­θρό­τη­τά τους, δέν νδεί­κνυ­ται, διότι οσια­στι­κά πο­θάλ­πει καί τήν πνευ­μα­τι­κή νω­θρό­τη­τα το να­γνώ­στη.
να­γνώ­στης μπορε νά συ­νο­δεύ­σει τή δια­δι­κα­σία τς νά­γνω­σης μέ ρι­σμέ­να λλα μέσα: τσι­γά­ρο, πίπα, πορο γιά τούς κα­πνι­στές, φε­ψή­μα­τα κανά νά σβή­σουν τή δίψα καί νά νι­σχύ­σουν τήν πό­λαυ­ση. νά­με­σα στά τε­λευ­ταα τά πλέον νδε­δειγ­μέ­να εναι τό τσάι καί καφές, πού κρατον τόν να­γνώ­στη σέ γρή­γορ­ση χωρίς νά το στερον τίς πνευ­μα­τι­κές του δυ­νά­μεις. πε­να­ντί­ας, πρέ­πει νά πο­φεύ­γε­ται τό λκοόλ, πού θο­λώ­νει τήν κρίση καί μειώ­νει τήν κα­νό­τη­τα τς ντί­λη­ψης. ρι­σμέ­νοι ναγνστες προ­τι­μον νά δια­βά­ζουν τά βι­βλία τους μέ τή δια­κρι­τι­κή συ­ντρο­φιά τς μου­σικς. Σ’ ατή τήν πε­ρί­πτω­ση, μως, να­γνώ­στης φεί­λει νά εναι διαί­τε­ρα προ­σε­κτι­κός στίς μου­σι­κές πι­λο­γές του. μου­σι­κή πρέ­πει νά πε­ριο­ρί­ζε­ται στόν συ­νο­δευ­τι­κό της ρόλο καί σέ καμ­μιά πε­ρί­πτω­ση δέν πι­τρέ­πε­ται ν’ ποσπ τήν προ­σο­χή το να­γνώ­στη.
ρι­σμέ­νοι ναγνστες προ­τι­μον τά κοπα βι­βλία, γιατί τούς δί­νουν τήν εκαι­ρία μις πρώ­της σω­μα­τικς παφς πού προη­γεται τς δια­δι­κα­σί­ας τς νά­γνω­σης. πως ατοί πού προ­τι­μον τό κλε­κτό κρασί, θέ­λουν νά συμ­με­τέ­χουν ο διοι στό μυ­στι­κό τς πο­σφρά­γι­σης νός καλο βι­βλί­ου. Γι’ ατό να­γνώ­στης εναι πάντα φο­δια­σμέ­νος μ’ ναν κο­φτε­ρό χαρ­το­κό­πτη να κοινό μα­χαί­ρι πού τό γλι­στρά­ει τρυ­φε­ρά νά­με­σα στίς σε­λί­δες το βι­βλί­ου προ­σέ­χο­ντας νά μήν τό πλη­γώ­σει. ν κόβει τίς σε­λί­δες, να­γνώ­στης ξε­τά­ζει μέ τήν κρη τν δα­κτύ­λων τήν φή το χαρ­τιο, τό βάρος καί τήν πυ­κνό­τη­τά του, καί πι­τρέ­πει στό βλέμ­μα του νά πλα­νη­θε νά­με­σα στίς τυ­πω­μέ­νες σει­ρές λαμ­βά­νο­ντας τσι μιά πρώτη γεύση π’ τό βι­βλίο, κριβς πως γευ­σι­γνώ­στης στρι­φο­γυ­ρί­ζει στό στόμα του μιά γου­λιά πό τό κλε­κτό ποτό μέχρι νά νιώ­σει ν’ να­δει­κνύ­ε­ται τό ρωμά του.
να­γνώ­στης δια­βά­ζει ργά, προ­σπα­θώ­ντας νά ναρ­μο­νί­σει τόν ρυθμό τς νά­γνω­σης μέ τούς σω­τε­ρι­κούς ρυθ­μούς τς φή­γη­σης. Πολ­λές φορές πο­λαμ­βά­νει δύο καί τρες φορές τήν νά­γνω­ση κά­ποιας σε­λί­δας φή­νε­ται σέ μιά μυ­στι­κή νει­ρο­πό­λη­ση, ποία πο­τε­λε μέρος τς σχέ­σης πού να­πτύσ­σε­ται με­τα­ξύ κεί­νου καί το συγ­γρα­φέα. να­γνώ­στης χει τήν κα­νό­τη­τα νά δια­βά­ζει κόμα καί νά­με­σα στίς γραμ­μές, γιατί ξέρει τι ατές ο μι­κρές σιω­πές πού δη­μιουρ­γονται στά κενά τς φή­γη­σης εναι πο­κλει­στι­κά δικός του χρος: χρος γιά νά συλ­λο­γι­στε, γιά νά δη­μιουρ­γή­σει, γιά νά νει­ρευ­τε. Ποτέ να­γνώ­στης δέν φήνει διά­βα­στες σε­λί­δες γιά νά φτά­σει πιό σύ­ντο­μα στό τέλος το βι­βλί­ου. Γιά τόν να­γνώ­στη ση­μα­σία χει τό τα­ξί­δι, χι προ­ο­ρι­σμός.
να­γνώ­στης ξέρει πώς να καλό βι­βλίο πρέ­πει νά δια­βά­ζε­ται πνευ­στί, μέσα σέ μιά διαί­τε­ρη κα­τά­στα­ση πού λίγο πέχει πό τόν πυ­ρε­τό τή μέθη. άν κά­ποιο βι­βλίο, λόγω με­γέ­θους, δέν εναι δυ­να­τόν νά λο­κλη­ρω­θε σέ μία καί μόνη νά­γνω­ση, τότε να­γνώ­στης κα­τα­τρύ­χε­ται πό μιά πα­ρά­ξε­νη ξαψη, εναι πρό­σε­χτος στίς κα­θη­με­ρι­νές σχο­λί­ες του καί κα­τα­διώ­κε­ται πό τήν μμονη δέα το βι­βλί­ου. Μέ σπου­δή βιά­ζε­ται ν’ παλ­λα­γε πό τίς βιο­τι­κές του μέ­ρι­μνες καί νά ξοι­κο­νο­μή­σει τόν πα­ραί­τη­το χρόνο γιά νά λο­κλη­ρώ­σει τήν νά­γνω­ση. ρκε­τοί ναγνστες προ­τι­μον νά θυ­σιά­σουν τόν πνο τους προ­κει­μέ­νου νά τε­λειώ­σουν τήν νά­γνω­ση νός συ­γκε­κρι­μέ­νου βι­βλί­ου. στόσο, ταν νύστα βα­ραί­νει τά βλέ­φα­ρα, να­γνώ­στης δέν εναι σέ θέση νά συλ­λά­βει λες τίς πο­χρώ­σεις τς φή­γη­σης, τή διαύ­γεια καί τή στιλ­πνό­τη­τα το φους. να­γνώ­στης θεωρε τήν νά­γνω­ση ς τήν ψη­λό­τε­ρη μορφή πό­λαυ­σης καί ρνεται νά πο­κύ­ψει σέ τέ­τοιες ψυ­χα­να­γκα­στι­κές δια­δι­κα­σί­ες. πίσης, να­γνώ­στης νιώ­θει βαθιά πε­ρι­φρό­νη­ση γιά σους ντι­με­τω­πί­ζουν τήν τέχνη το λόγου ς μιά μορφή δρα­στι­κο πνω­τι­κο καί ρνεται νά δια­βά­σει «γιά νά νυ­στά­ξει».
Τυ­χαί­νει κά­πο­τε ρι­σμέ­να βι­βλία ν’ ντι­στέ­κο­νται στήν πράξη τς νά­γνω­σης. να­γνώ­στης πλήτ­τει, δυ­σα­να­σχε­τε, χασμται, συλ­λαμ­βά­νει τόν αυτό του νά πα­ρα­βλέ­πει πα­ρα­γρά­φους κόμα καί λό­κλη­ρες σε­λί­δες το βι­βλί­ου. Δύο πράγ­μα­τα εναι πι­θα­νόν νά συμ­βαί­νουν: τό βι­βλίο εναι πράγ­μα­τι κακό, πότε να­γνώ­στης δι­καιοται νά τό ντα­φιά­σει στή βι­βλιο­θή­κη του να­λο­γι­ζό­με­νος μέ πίκρα τήν στο­χία τς πιλογς του, διος δέν εναι κόμα τοι­μος γιά τήν νά­γνω­ση το συ­γκε­κρι­μέ­νου βι­βλί­ου. Σ’ ατή τή δεύ­τε­ρη πε­ρί­πτω­ση να­γνώ­στης πα­νέρ­χε­ται μετά πό μνες καί χρό­νια καί να­κα­λύ­πτει στό βι­βλίο πού δέν κα­τόρ­θω­σε νά δια­βά­σει να αθε­ντι­κό ρι­στούρ­γη­μα. Τό δέ­χε­ται χωρίς κπλη­ξη, γιατί να­γνώ­στης ξέρει τι κι ατός ρι­μά­ζει, πως κριβς καί τά βι­βλία.
να­γνώ­στης γαπ καί φρο­ντί­ζει τά βι­βλία του. Δια­βά­ζει προ­σε­κτι­κά, πο­φεύ­γο­ντας νά δι­πλώ­σει τή ράχη τους νά τσα­κί­σει τίς σε­λί­δες τους καί συχνά ντι­στέ­κε­ται στόν πει­ρα­σμό νά πο­γραμ­μί­σει κά­ποια πο­σπά­σμα­τα πού το προ­κα­λον διαί­τε­ρο νδια­φέ­ρον. στόσο, βι­βλιο­θή­κη του δέν πο­τε­λε μέρος τς τυπικς πί­πλω­σης το σπι­τιο. Εναι νας ζω­ντα­νός χρος, που συχνά συμ­βαί­νει νά βα­σι­λεύ­ει τό χάος.
νά­γνω­ση εναι μιά τέχνη τς πό­λαυ­σης καί ς τέχνη σκεται πό τούς μυ­η­μέ­νους. Ατοί, ο λη­θι­νοί ναγνστες, εναι ο τε­λευ­ταοι μις φυλς πού σή­με­ρα πειλεται μέ ξα­φά­νι­ση. Γιατί ποιός εναι πρό­θυ­μος στίς μέρες μας νά ντρυ­φή­σει στά μυ­στι­κά μις σχε­δόν λη­σμο­νη­μέ­νης τέ­χνης;


πό τή συλ­λο­γή δο­κι­μί­ων το Σω­τή­ρη Τρι­βιζ Τό Πνεμα το Λόγου, Εκ­δό­σεις Κα­στα­νιώ­τη, 2000