Βίος & Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά [Αποσπάσματα] ~ Καζαντζάκης

Γιώργης Ζορμπάς
Το απόσπασμα που ακολουθεί βρίσκεται στο πρώτο μέρος του μυθιστορήματος και αναφέρεται στη γνωριμία του συγγραφέα με τον ήρωα του βιβλίου του. O Αλέξης Ζορμπάς, ένας από τους πιο γνωστούς ήρωες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, αγαπά με πάθος τη ζωή και την απολαμβάνει σε όλες τις εκδηλώσεις της. Το σαντούρι είναι ο πιστός του σύντροφος στη χαρά και στη λύπη. Το μυθιστόρημα εκδόθηκε το 1946.

Στέκουνταν από πάνω μου μαντράχαλος, κοκαλιάρης, και κουράζουμουν να σηκώνω το κεφάλι να του μιλώ. Έκλεισα τον Ντάντε.

– Κάτσε, του είπα· παίρνεις ένα φασκόμηλο;

Κάθισε· απίθωσε με προσοχή τον μπόγο του στη διπλανή καρέκλα.

– Φασκόμηλο;, έκαμε περιφρονητικά. Έλα εδώ, καφετζή· ένα ρούμι!

Ήπιε το ρούμι ρουφιά ρουφιά· το κρατούσε πολλήν ώρα στο στόμα του να το χαρεί, κι έπειτα το άφηνε αγάλια να κατεβαίνει και να του ζεσταίνει τα σωθικά. «Φιλήδονος, συλλογίστηκα, μερακλής…»

– Τι δουλειά κάνεις;, τον ρώτησα.

– Όλες τις δουλειές· του ποδαριού, του χεριού, του κεφαλιού, όλες. Αυτό μας έλειπε τώρα και να διαλέγουμε.

– Πού δούλευες τώρα τελευταία;

– Σ' ένα μεταλλείο. Είμαι, να ξέρεις, καλός μιναδόρος· καταλαβαίνω από μέταλλα, βρίσκω φιλόνια, ανοίγω γαλαρίες, κατεβαίνω στα πηγάδια, δε φοβούμαι. Δούλευα καλά, έκανα τον αρχιεργάτη, παράπονο δεν είχα· μα να που ο διάβολος έβαλε την ουρά του. Το περασμένο Σαββατόβραδο ήρθα στο κέφι, και μια και δυο κινώ, βρίσκω τον ιδιοχτήτη που 'χε έρθει εκείνη τη μέρα να μας επιθεωρήσει και τον σπάζω στο ξύλο.

– Μα γιατί; τι σου 'καμε;

– Εμένα; τίποτα! Μα τίποτα, σου λέω! Πρώτη φορά τον έβλεπα τον άνθρωπο. Μας μοίρασε και τσιγάρα, ο κακομοίρης.

– Τότε λοιπόν;

– Oυ, κάθεσαι και ρωτάς! Έτσι μου κάπνισε, βρε αδερφέ! Από της μυλωνούς τον πισινό ζητάς ορθογραφία. O πισινός της μυλωνούς είναι ο νους του ανθρώπου.

Είχα διαβάσει πολλούς ορισμούς του νου του ανθρώπου· τούτος μου φάνηκε ο πιο καταπληχτικός, και μου άρεσε. Κοίταξα τον καινούριο σύντροφο· το πρόσωπό του ήταν γεμάτο ζάρες, σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο, σα να το 'χαν φάει τα λιοβόρια κι οι βροχές. Ένα άλλο πρόσωπο, ύστερα από λίγα χρόνια, μου 'καμε την ίδια εντύπωση, δουλεμένου, δυστυχισμένου ξύλου: το πρόσωπο του Παναΐτ Ιστράτη.

----------

Κατάλαβα πως ο Ζορμπάς ετούτος είναι ο άνθρωπος που τόσον καιρό τον ζητούσα και δεν τον έβρισκα· μια ζωντανή καρδιά, ένα ζεστό λαρύγγι, μια ακατέργαστη μεγάλη ψυχή, που ακόμα δεν αφαλοκόπηκε από τη μάνα της, τη Γης.

Τι θα πει τέχνη, έρωτας της ομορφιάς, αγνότητα, πάθος – ο εργάτης ετούτος μού το ξεδιάλυνε με τα πιο απλά ανθρώπινα λόγια.

Κοίταξα τα χέρια αυτά που κάτεχαν να δουλεύουν τον κασμά και το σαντούρι – γιομάτα ρόζους και χαραμάδες, παραμορφωμένα και νευρικά. Άνοιξαν με προσοχή και τρυφεράδα, σα να 'γδυναν γυναίκα, το σακούλι κι έβγαλαν ένα παλιό μαγληνό σαντούρι, με πλήθος κόρδες, με μπρούντζινα και φιλντισένια στολίδια και με μιαν κόκκινη μεταξωτή φούντα στην άκρα. Τα χοντρά δάχτυλα το χάδεψαν όλο, αργά, παθητικά, σα να χάδευαν γυναίκα. Κι ύστερα πάλι το τύλιξαν, όπως τυλίγουμε αγαπημένο σώμα μη μας κρυώσει.

---------- 


- O άνθρωπος είναι χτήνος! φώναξε και χτύπησε με θυμό το ραβδί του στις πέτρες. Μεγάλο χτήνος. Δεν το ξέρει η ευγένειά σου, σου ήρθαν μαθές όλα βολικά, μα ρώτα και μένα· χτήνος, σου λέω! Του 'καμες κακό; Σε σέβεται και σε τρέμει. Του 'καμες καλό; Σου βγάζει τα μάτια.
Κράτα την απόσταση, αφεντικό! Μη δίνεις θάρρος στους ανθρώπους, μην τους λες πως όλοι είμαστε ένα, πως όλοι έχουμε τα ίδια δικαιώματα· γιατί ευτύς θα σου πατήσουν το δίκιο σου, θα σου αρπάξουν το ψωμί σου και θα σε αφήσουν να ψοφήσεις της πείνας. Κράτα την απόσταση αφεντικό το καλό που σου θέλω!

- Μα δεν πιστεύεις εσύ σε τίποτα; έκαμα φουρκισμένος.

- Όχι δεν πιστεύω σε τίποτα - πόσες φορές να σου το πω; Δεν πιστεύω σε τίποτα, μήτε σε κανένα, παρά μονάχα στο Ζορμπά. Όχι γιατί ο Ζορμπάς είναι καλύτερος από τους άλλους, καθόλου, μα καθόλου! Χτήνος κι αυτός. Μα πιστεύω στο Ζορμπά γιατί αυτόν μονάχα έχω στην εξουσία μου, αυτόν μονάχα ξέρω, όλοι οι άλλοι φαντάσματα. Με τα μάτια του βλέπω, με τ' αυτιά του ακούω, με τ' άντερά του χωνεύω. Όλοι οι άλλοι, σου λέω, φαντάσματα. Άμα θα πεθάνω εγώ, όλα πεθαίνουν. Όλος ο Ζορμπαδόκοσμος πάει στο φούντο!

----------

Κάμποση ώρα γύρα από το μαγκάλι οι δυο μας σωπαίναμε. Βεβαιώθηκα πάλι πόσο η ευτυχία είναι πράγμα απλό και λιτοδίαιτο - ένα ποτήρι κρασί, ένα κάστανο, ένα φτωχικό μαγκαλάκι, η βουή της θάλασσας· τίποτα άλλο. Χρειάζεται μονάχα, για να νιώσεις πως όλα τούτα είναι ευτυχία, μια καρδιά απλή και λιτοδίαιτη.

----------

Και σου είπα τότε θυμούμαι: «Tί θα πει Ελλάδα και χρέος; Νά η αλήθεια!» Και συ αποκρίθηκες: «Τίποτα δεν θα πει Ελλάδα και χρέος· όμως για το τίποτα αυτό θεληματικά ας χαθούμε!»


Ν. Καζαντζάκης, Βίος και πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά,
Εκδόσεις Ελένης Ν. Καζαντζάκη