Τι διάβαζαν οι στρατιώτες στο ΄Β Παγκόσμιο Πόλεμο?

Τι διάβαζαν οι στρατιώτες στον Β’ Παγκόσμιο ΠόλεμοΟι εκδόσεις του αμερικανικού στρατού από το 1943 ως το 1945 τύπωσαν περισσότερα από 120 εκατομμύρια βιβλία

Φυλλάδια, περιοδικά, εφημερίδες, γράμματα, κάρτες, ημερολόγια. Η αναπάντεχη δραστηριότητα που συχνά χαρακτηρίζει την ανάπαυλα του εμπόλεμου είναι η ανάγνωση. Είτε ως μέσο προπαγάνδας για την ανύψωση του ηθικού είτε ως μέρος της αντίληψης του στρατού ως ομογενοποιητικού παράγοντα των μελών γεωγραφικά, πολιτισμικά και πολιτικά ανομοιογενών κοινωνιών, το βιβλίο έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πεδία των συρράξεων του 20ού αιώνα. 



 Είναι χαρακτηριστικά τα στοιχεία που επικαλείται ο Πολυμέρης Βόγλης στο πρόσφατο έργο του «Η αδύνατη επανάσταση» (εκδόσεις Αλεξάνδρεια): η απόπειρα αυτοβελτίωσης, αυτομόρφωσης και νοηματοδότησης της ταυτότητας των ανταρτών του Δημοκρατικού Στρατού περνούσε μέσα από την έκδοση 23 εφημερίδων και συνολικά εκατοντάδων εντύπων την περίοδο 1946-1949.
Ομως, για να αντιληφθεί κανείς πλήρως τις διαστάσεις της δυναμικής του φαινομένου της ανάγνωσης στα χαρακώματα, μια πιο ενδεικτική περίπτωση αποτελεί η άγνωστη εν πολλοίς ιστορία των εκδόσεων του αμερικανικού στρατού, προορισμένων για τα εκστρατευτικά σώματα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όπως την καταγράφει η Μόλι Γκάπτιλ Μάνινγκ στο βιβλίο «When Books Went to War» (εκδόσεις Houghton Mifflin Harcourt, τιμή 21 ευρώ). Αν και η Μάνινγκ δεν είναι επαγγελματίας ιστορικός (εργάζεται ως εισαγγελέας του Ομοσπονδιακού Εφετείου των ΗΠΑ), ανασύρει με την αφήγησή της ένα πλήθος γοητευτικών ιστορικών λεπτομερειών. Οι Εκδόσεις Ενόπλων Δυνάμεων λειτούργησαν το 1943 και ως το τέλος του πολέμου τύπωσαν και διένειμαν περισσότερα από 120 εκατ. βιβλία στα 16 εκατ. Αμερικανών που υπηρέτησαν. Φτηνά προϊόντα μιας στιγμής όπου οι πόροι όφειλαν να κατανέμονται προσεκτικά, υιοθέτησαν καινοτομίες στη βιβλιοδεσία, στην εκτύπωση και στο σχήμα: η ράχη δενόταν με καρφίτσα προκειμένου να αποφευχθεί η σπατάλη ελαστικού αλλά και γιατί η κόλλα προσείλκυε τα έντομα στο τροπικό κλίμα του θεάτρου του Ειρηνικού, οι σελίδες τυπώνονταν σε δύο στήλες για εξοικονόμηση χαρτιού, τα βιβλία κυκλοφορούσαν σε δύο διαφορετικά μεγέθη τσέπης - πουκαμίσου και παντελονιού.

Το περιεχόμενό τους ποίκιλλε εντυπωσιακά, από κλασικά έργα όπως το «Ενα δέντρο μεγαλώνει στο Μπρούκλιν» της Μπέτι Σμιθ, αστυνομικά μυθιστορήματα με ήρωα τον δικηγόρο Πέρι Μέισον του Ερλ Στάνλεϊ Γκάρντνερ και αισθησιακές νουβέλες της εποχής ως ποίηση, σπορ και χιουμοριστική πεζογραφία. Η δημοτικότητά τους υπήρξε τεράστια, σε βαθμό ώστε κάποτε να μεταστρέφει τις τύχες  εκδοτικών αποτυχιών: η Μάνινγκ παραδίδει την πληροφορία ότι ήταν η διάδοσή του μεταξύ της γενιάς των στρατευμένων που κατέστησε τον «Μεγάλο Γκάτσμπι» του Φράνσις Σκοτ Φιτζέραλντ κείμενο αναφοράς. Οσο για το ποιοι ήταν οι πιο αφοσιωμένοι αναγνώστες όλων αυτών των βιβλίων, η συγγραφέας υποδεικνύει όσους βίωναν ώρες αναμονής στα διαλείμματα μεταξύ των μαχών, εκείνους που υπηρετούσαν στα μετόπισθεν, τραυματίες σε νοσοκομεία ή στρατιώτες καθηλωμένους σε οχυρωμένες θέσεις του μετώπου.

Γράφοντας για το «When the Books Went to War» στους «New York Times», η Τζάνετ Μάσλιν αποτιμά θετικά περισσότερο την αφηγηματικότητα παρά την εμβάθυνσή του στην ερμηνευτική τεκμηρίωση των όσων παρουσιάζει. Ωστόσο, ως απροσδόκητη θεματική που ρίχνει μια λοξή ματιά στη γνώριμη εικόνα του πολέμου ακούγεται άκρως ενδιαφέρουσα.