Άισωπος, ο πατέρας της αλληγορίας....

 
     Ο Αίσωπος ήταν αρχαίος Έλληνας μυθοποιός, αν και από πολλούς αμφισβητείται η ύπαρξή του. Θεωρείται ιδρυτής του λογοτεχνικού είδους που σήμερα ονομάζεται παραβολή ή αλληγορία. Για τη ζωή του δεν υπάρχουν ακριβείς και συγκεκριμένες πληροφορίες. Ο Αίσωπος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα, από οικογένεια δούλων, το 625 π.Χ., στο Αμόριο της Φρυγίας, ενώ σύμφωνα μ' άλλους γεννήθηκε στη Σάμο ή τη Θράκη, τις Σάρδεις ή την Αίγυπτο. Όπως γίνεται και με τον Όμηρο πολλές πόλεις και χώρες ερίζουνε θέλοντάς τον δικό τους. Όλα τα σημεία της γης που επισκέφτηκε. Ήτανε παθιασμένος ταξιδευτής.
      Μεταγενέστερες μαρτυρίες τον αναφέρουν να παίρνει μέρος στο συμπόσιο των 7 Σοφών και να ελέγχει με την ευφυολογία και τη σοφία του τους λόγους των. Επίσης τον φέρουνε στις Σάρδεις στην Αυλή του βασιλιά Κροίσου του οποίου ήταν ευνοούμενος και σύμβουλος. Είναι ο διασημότερος από τους αρχαίους μυθοποιούς, αναμφισβήτητος πατέρας του αρχαίου μύθου. Τη βιογραφία του συνέγραψε τον 14ο μ.Χ. αιώνα ο μοναχός Μάξιμος Πλανούδης και περιέχονται σ' αυτή ένα σωρό ανέκδοτα γα τη ζωή και την εν γένει δράση του. Θεωρείται επίσης σαν ο κορυφαίος της λεγόμενης διδακτικής μυθολογίας.

 1.Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ
Μια πεινασμένη αλεπού είδε κάτι τσαμπιά σταφύλια να κρέμονται από μια κληματαριά και θέλησε να τα φτάσει, αλλά δεν μπορούσε. Φεύγοντας λοιπόν είπε μέσα της: «Άγουρα είναι».

2.Η ΚΟΛΟΒΗ ΑΛΕΠΟΥ

Μια αλεπού που ένα δόκανο της είχε κόψει την ουρά, πίστευε πως η ζωή της είχε γίνει αφόρητη από την ντροπή, κι έτσι σκέφτηκε να πείσει και τις άλλες αλεπούδες να κάνουν το ίδιο, ώστε το κοινό πάθημα να συγκαλύψει το δικό της το κουσούρι. Τις συγκέντρωσε λοιπόν όλες και τις προέτρεπε να κόψουν την ουρά τους, λέγοντας πως όχι μόνο δεν τους πηγαίνει, αλλά και τις φορτώνει με περιττό βάρος. Τότε μία από αυτές της απάντησε: «Φιλενάδα, αν αυτό δε σε συνέφερε, δε θα μας συμβούλευες».

3.Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ Ο ΞΥΛΟΚΟΠΟΣ
Μια αλεπού που έτρεχε να ξεφύγει από κάτι κυνηγούς, είδε έναν ξυλοκόπο και τον ικέτεψε να την κρύψει. Εκείνος την παρότρυνε να μπει στην καλύβα του και να κρυφτεί. Σε λίγο έφτασαν οι κυνηγοί και τον ρώτησαν αν είδε να περνάει μια αλεπού. Ο ξυλοκόπος με τη φωνή αρνήθηκε ότι την είχε δει, αλλά με τα χέρια του τους έκανε νόημα δείχνοντάς τους πού ήταν κρυμμένη. Αυτοί όμως δεν πρόσεξαν τα νοήματα και πίστεψαν όσα τους είπε. Η αλεπού, μόλις είδε πως έφυγαν, βγήκε έξω και πήγε να φύγει αμίλητη. Τότε ο ξυλοκόπος την κατηγόρησε ότι, ενώ αυτός της έσωσε τη ζωή, εκείνη έφευγε χωρίς να του πει μια λέξη. Κι η αλεπού του απάντησε: «Και βέβαια θα σ’ ευχαριστούσα, αν τα έργα των χεριών σου [και η συμπεριφορά σου] συμβάδιζαν με τα λόγια σου».


4.Η ΑΛΚΥΟΝΑ
Η αλκυόνα είναι ένα πουλί μοναχικό, που ζει πάντα κοντά στη θάλασσα. Λένε πως φοβάται τους κυνηγούς, και γι’ αυτό γεννάει τα αυγά της σε απόκρημνους βράχους στην ακροθαλασσιά. Μια φορά λοιπόν που ήταν να γεννήσει, πήγε σ’ ένα ακρωτήρι, και βλέποντας ένα θαλάσσιο βράχο, έκανε εκεί τα μικρά της. Κάποια στιγμή όμως που έλειπε για να βρει τροφή, η θάλασσα φουρτούνιασε από δυνατό άνεμο και τα κύματα ανέβηκαν στη φωλιά, την κατέκλυσαν και έπνιξαν τους νεοσσούς. Μόλις γύρισε η αλκυόνα και κατάλαβε τι είχε συμβεί, αναφώνησε: «Αλίμονο μου η δύστυχη! Φυλαγόμουν από τη στεριά και τους κινδύνους της, και κατέφυγα στη θάλασσα, που αποδείχτηκε πολύ πιο άπιστη».

5.ΤΑ ΑΓΡΙΟΚΑΤΣΙΚΑ ΚΑΙ Ο ΓΙΔΟΒΟΣΚΟΣ
Ένας γιδοβοσκός που είχε βγάλει τις κατσίκες του για βοσκή, είδε πως είχαν ανακατευτεί με κάτι αγριοκάτσικα• όταν λοιπόν έπεσε το βράδυ, τις οδήγησε όλες στη σπηλιά του. Την άλλη μέρα είχε μεγάλη κακοκαιρία, και καθώς δεν μπορούσε να τις πάει να βοσκήσουν, όπως το συνήθιζε, τις περιποιόταν μέσα: στις δικές του έδινε μόνον όση τροφή χρειάζονταν για να μην πεινούν, ενώ στις ξένες περισσότερη, για να τις κρατήσει κοντά του. Όταν σταμάτησε η κακοκαιρία και τις έβγαλε όλες για βοσκή, οι άγριες πήραν τα βουνά κι έφυγαν. Ο βοσκός τις κατηγόρησε για αχαριστία, αφού τον εγκατέλειπαν παρ’ ότι τις είχε περιποιηθεί πιο πολύ από τις δικές του. Τότε εκείνες γύρισαν και του είπαν: «Μα γι’ αυτό ακριβώς δε σ’ εμπιστευόμαστε. Γιατί, αφού προτίμησες εμάς, που ήρθαμε χτες, από τις παλιές, είναι φανερό ότι, αν βρεις άλλες κατσίκες αργότερα, θα προτιμήσεις εκείνες από εμάς».

6.Ο ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ ΤΟΥ
Ένας γεωργός ετοιμοθάνατος, θέλοντας να γίνουν και τα παιδιά του άξιοι γεωργοί, τα κάλεσε κοντά του και τους είπε: «Παιδιά μου, σ’ ένα από τα αμπέλια μου έχω κρυμμένο θησαυρό». Έτσι, όταν πέθανε, τα παιδιά του πήραν υνιά και δικέλλες κι έσκαψαν βαθιά όλα τους τα χωράφια. Και φυσικά θησαυρό δε βρήκαν, όμως τα αμπέλια τούς έδωσαν πολλαπλάσια σοδειά.

7.ΟΙ ΒΑΤΡΑΧΟΙ ΠΟΥ ΖΗΤΟΥΣΑΝ ΒΑΣΙΛΙΑ
Βάτραχοι που στενοχωριόνταν για την έλλειψη αρχηγού έστειλαν απεσταλμένους στον Δία ζητώντας του να τους δώσει βασιλιά. Εκείνος είδε την ανοησία τους και έριξε ένα ξύλο στη λίμνη. Οι βάτραχοι στην αρχή τρόμαξαν από τον κρότο και χώθηκαν στα βάθη της λίμνης• αργότερα, καθώς το ξύλο ήταν ακίνητο, βγαίνοντας στην επιφάνεια έφτασαν σε τέτοιο σημείο περιφρόνησης, ώστε ανέβηκαν και κάθισαν πάνω του. Επειδή θεωρούσαν ανάξιό τους να έχουν τέτοιο βασιλιά, πήγαν για δεύτερη φορά στον Δία και τον παρακαλούσαν να τους αλλάξει τον αρχηγό• διότι του έλεγαν ότι ο πρώτος είναι πολύ αδρανής. Ο Δίας αγανάκτησε εναντίον τους και τους έστειλε ένα νερόφιδο• κι αυτό τους έπιανε και τους καταβρόχθιζε.

8.ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ ΑΜΠΕΛΙ
Ένα ελάφι προσπαθώντας να ξεφύγει από τους κυνηγούς κρύφτηκε κάτω από ένα κλήμα. Όταν εκείνοι προχώρησαν λίγο, το ελάφι νόμισε ότι πια ξέφυγε τελείως την προσοχή τους και άρχισε να τρώει τα φύλλα του κλήματος. Καθώς αυτά κουνιούνταν, γύρισαν οι κυνηγοί και, επειδή νόμισαν-κάτι που ήταν αληθινό-ότι κάποιο ζώο κρύβεται κάτω από τα φύλλα, με τα βέλη τους σκότωσαν το ελάφι: «Έχω πάθει ό,τι είναι δίκαιο• διότι δεν έπρεπε να ζημιώσω αυτό που με έσωσε».

9.ΟΙ ΜΥΓΕΣ
Μέσα σε μια αποθήκη χύθηκε μέλι, και κάτι μύγες έπεσαν πάνω του και το έτρωγαν, και από την πολλή του γλύκα δεν έλεγαν να σταματήσουν. Έτσι κόλλησαν στο μέλι τα πόδια τους και μη μπορώντας να πετάξουν, πνίγονταν και τότε είπαν: «Δυστυχισμένες εμείς που πεθαίνουμε για μια σύντομη ευχαρίστηση».

10.ΓΕΩΡΓΟΣ ΚΑΙ ΦΙΔΙ
Ένας γεωργός βρήκε χειμώνα καιρό ένα φίδι παγωμένο από το κρύο, το λυπήθηκε και σηκώνοντας το το ’βαλε στον κόρφο του. Μόλις ζεστάθηκε το φίδι και επανέκτησε τη γνωστή του φύση δάγκωσε τον ευεργέτη και τον σκότωσε. Κι αυτός πεθαίνοντας είπε: «Καλά να πάθω, αφού λυπήθηκα τον κακούργο».

11.ΕΛΑΦΙ ΚΑΙ ΛΙΟΝΤΑΡΙ

Ένα διψασμένο ελάφι βρήκε μια πηγή. Καθώς έπινε, είδε τη σκιά του στο νερό και χάρηκε με το μέγεθος και την ποικιλία των κεράτων του, αλλά στενοχωρήθηκε πολύ με τας πόδια του, επειδή ήταν πολύ λεπτά και ασθενικά. Ενώ τα σκεφτόταν ακόμα αυτά, φάνηκε ένα λιοντάρι και άρχισε να το κυνηγάει. Το ελάφι το ’βαλε στα πόδια και άφησε πολύ πίσω το λιοντάρι[γιατί η δύναμη των ελαφιών είναι στα πόδια, του λιονταριού στην καρδιά]. Όσο ήταν άδεντρος ο τόπος, το ελάφι γλίτωνε τρέχοντας μπροστά, όταν όμως έφτασε σ’ ένα δασωμένο μέρος, τα κέρατά του μπλέχτηκαν στα κλαδιά και επειδή δεν μπορούσε να τρέξει, πιάστηκε. Λίγο πριν χάσει τη ζωή του, είπε στον εαυτό του: «Αχ, εγώ το δύστυχο, που σώθηκα απ’ αυτά που νόμιζα ότι θα προδινόμουν και χάνομαι από κείνα στα οποία πίστευα πολύ».


12.Η ΚΟΤΑ ΠΟΥ ΓΕΝΝΟΥΣΕ ΧΡΥΣΑ ΑΥΓΑ

Κάποιος είχε μια κότα που γεννούσε χρυσά αυγά. Νομίζοντας λοιπόν πως μέσα της έκρυβε πολύ χρυσάφι, την έσφαξε, αλλά ανακάλυψε ότι εσωτερικά ήταν ίδια με όλες τις άλλες κότες. Έτσι, ενώ περίμενε να βρει αμύθητα πλούτη, έχασε και τα λίγα που είχε.


13.ΤΟ ΚΑΤΣΙΚΙ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ
Ένα κατσίκι έμεινε πίσω από το κοπάδι, και το πήρε στο κυνήγι ένας λύκος. Τότε εκείνο γύρισε και του είπε: « Το ξέρω, λύκε, ότι θα με φας, αλλά για να μην πεθάνω άδοξα, παίξε μου τον αυλό να χορέψω». Εκεί όμως που ο λύκος έπαιζε τον αυλό και το κατσίκι χόρευε, τους άκουσαν τα σκυλιά και κυνηγούσαν τον λύκο. Κι εκείνος γύρισε και είπε στο κατσίκι: «Καλά να πάθω• αφού είμαι σφαγέας, τι ήθελα να κάνω τον αυλητή; »


14.Ο ΚΟΡΑΚΑΣ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ
Ένας κόρακας άρπαξε ένα κομμάτι κρέας και κάθισε πάνω σ’ ένα δέντρο. Μια αλεπού που τον είδε, θέλοντας να του το πάρει, στάθηκε από κάτω κι άρχισε να τον παινεύει για το παράστημα και την ομορφιά του, λέγοντας ότι θα του άξιζε να είναι βασιλιάς των πουλιών κι ότι αυτό θα γινόταν σίγουρα αν είχε φωνή. Ο κόρακας, θέλοντας να δείξει πως και φωνή διαθέτει, έβγαλε μεγάλη κραυγή αφήνοντας να του πέσει το κρέας. Τότε εκείνη έτρεξε και το άρπαξε, λέγοντας του: « Ε κόρακα, αν είχες και μυαλό, δε θα σου έλειπε τίποτε για να γίνεις βασιλιάς όλων των πουλιών».


15.ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Η ΑΛΕΠΟΥ

Ένα γέρικο λιοντάρι, μη μπορώντας να βρει τροφή με τη δύναμη, αποφάσισε να το κάνει με την πονηριά. Πήγε λοιπόν σε μια σπηλιά, ξάπλωσε μέσα κι έκανε το άρρωστο· έτσι έπιανε τα ζώα που έρχονταν να το επισκεφθούν και τα καταβρόχθιζε. Αφού έφαγε πολλά αγρίμια, μια αλεπού αντιλήφθηκε το τέχνασμά του· πήγε λοιπόν και στάθηκε έξω από τη σπηλιά και το ρωτούσε πως πάει η υγεία του. «Άσχημα», της απάντησε εκείνο και μετά τη ρώτησε για ποιο λόγο δεν μπαίνει μέσα. Τότε εκείνη του απάντησε: «Θα έμπαινα αν δεν έβλεπα πολλές πατημασιές να μπαίνουν μέσα, αλλά καμία να βγαίνει».

16.ΤΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ ΚΑΙ Ο ΠΟΝΤΙΚΟΣ
Ένας ποντικός πέρασε τρέχοντας πάνω από το σώμα ενός κοιμισμένου λιονταριού. Εκείνο τότε τινάχτηκε πάνω, τον έπιασε κι ετοιμαζόταν να τον φάει, λέγοντας πως, αν του χαρίσει τη ζωή, θα του το ξεπληρώσει. Το λιοντάρι γέλασε και τον άφησε να φύγει. Δεν πέρασε όμως πολύς καιρός, και η τύχη το έφερε να σωθεί από την ευγνωμοσύνη του ποντικιού. Πράγματι, το έπιασαν κάτι κυνηγοί και το έδεσαν σ’ ένα δέντρο με σχοινί. Μόλις λοιπόν άκουσε ο ποντικός το λιοντάρι να στενάζει, έτρεξε, ροκάνισε το σχοινί, κι αφού το απελευθέρωσε, του είπε: « Εσύ τότε με περιγέλασες, γιατί δεν πίστεψες ότι θα σε ξεπλήρωνα. Τώρα όμως ξέρε το καλά πως οι ποντικοί ανταποδίδουν τις ευεργεσίες».

17.Ο ΛΥΚΟΣ ΚΑΙ Η ΓΡΙΑ
Ένας πεινασμένος λύκος τριγυρνούσε ψάχνοντας για τροφή. Μόλις λοιπόν έφτασε σε μια αγροικία, άκουσε μια γριά ν’ απειλεί ένα παιδί που έκλαιγε, ότι αν δε σταματήσει, θα το δώσει στο λύκο• νομίζοντας λοιπόν ο λύκος πως η γριά έλεγε την αλήθεια, κάθισε και περίμενε. Όταν όμως βράδιασε, βλέποντας πως τίποτα τέτοιο δε γινόταν, έφυγε λέγοντας: «Σ’ αυτή την αγροικία οι άνθρωποι άλλα λένε και άλλα κάνουν».

18.ΟΧΙΑ ΚΑΙ ΑΛΕΠΟΥ
Μια οχιά μεταφερόταν προς κάποιο ποταμό πάνω σ’ ένα δεμάτι αγκάθια• μια αλεπού που περνούσε, μόλις την είδε, είπε: «Άξιος του πλοίου του ο ναυτικός».

19.Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΠΟΥ ΚΟΥΒΑΛΟΥΣΕ ΑΛΑΤΙ
Ένας γάιδαρος που κουβαλούσε ένα φορτίο αλάτι περνούσε ένα ποτάμι. Γλίστρησε όμως κι έπεσε στο νερό και, καθώς το αλάτι έλιωσε, σηκώθηκε ελαφρότερος. Αυτό τον χαροποίησε ιδιαίτερα, και γι’ αυτό μια άλλη φορά που περνούσε φορτωμένος με σφουγγάρια, όταν έφτασε σ’ ένα ποτάμι, σκέφτηκε πως, αν ξαναπέσει, θα σηκωθεί ελαφρότερος. Γλίστρησε λοιπόν επίτηδες, αλλά τα σφουγγάρια απορρόφησαν το νερό και βάρυναν, οπότε ο γάιδαρος, μη μπορώντας να σηκωθεί, πνίγηκε στο ποτάμι.

20.Ο ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Η ΛΕΟΝΤΗ
Ένας γάιδαρος φόρεσε τομάρι λιονταριού και τριγυρνούσε φοβίζοντας τα ζώα. Μόλις είδε μια αλεπού, προσπάθησε να την τρομάξει και αυτή. Εκείνη όμως τον είχε ακούσει προηγουμένως να γκαρίζει, και του είπε: «Να ξέρεις πως κι εγώ θα σε φοβόμουν, αν δε σε είχα ακούσει να γκαρίζεις».

21.Ο ΧΩΡΑΤΑΤΖΗΣ ΒΟΣΚΟΣ
Ένας βοσκός που ’βγαζε το κοπάδι του πιο έξω από κάποιο χωριό, έπαιζε το παρακάτω παιχνίδι: φώναζε τους χωριάτες σε βοήθεια λέγοντας πως λύκοι έπεσαν στα πρόβατα. Δυο φορές και τρεις την έπαθαν οι χωριάτες, έτρεξαν και γύρισαν πίσω γελασμένοι. Αλλά συνέβη μια φορά να πέσουν αληθινά λύκοι. Την ώρα που αποδεκάτιζαν το κοπάδι ο βοσκός φώναζε σε βοήθεια τους χωριάτες, αλλά εκείνοι, νομίζοντας πως κάνει τα αστεία του, δε νοιάστηκαν καθόλου. Κι έτσι ην έπαθε κι έχασε τα πρόβατά του.


22.Η ΧΕΛΩΝΑ ΚΑΙ Ο ΛΑΓΟΣ
Μια χελώνα κι ένας λαγός τσακώνονταν για το ποιος είναι πιο γρήγορος. Καθόρισαν λοιπόν την ώρα και το μέρος, και άρχισαν αγώνα δρόμου. Ο λαγός, όντας από τη φύση του γοργοπόδαρος, παραμέλησε τον αγώνα και έπεσε και κοιμήθηκε πλάι στο δρόμο. Η χελώνα, αντίθετα, ξέροντας πως είναι αργή, δε σταμάτησε καθόλου να τρέχει, κι έτσι ξεπέρασε το λαγό που κοιμόταν και κέρδισε το έπαθλο τη νίκης.

23.Ο ΑΓΡΙΟΣ ΓΑΪΔΑΡΟΣ ΚΑΙ Ο ΛΥΚΟΣ
Ένας γάιδαρος, κουτσός από ένα αγκάθι που του είχε μπει, έσερνε το πόδι του πονώντας αφόρητα και δεν μπορούσε να περάσει το ποτάμι. Εκεί τον βρήκε -εύκολο θήραμα-ένας εύρωστος λύκος και ετοιμαζόταν να τον κατασπαράξει. Ο γάιδαρος τότε τον παρακάλεσε λέγοντας: «Απάλλαξέ με πρώτα από τον πόνο βγάζοντας το αγκάθι από το πόδι μου». Ο λύκος τράβηξε με τα δόντια του το αγκάθι. Και τότε ο γάιδαρος, ανακουφισμένος από τον πόνο του ποδιού του, τον κλότσησε και τον έριξε νεκρό. Μετά έτρεξε στο βουνό και σώθηκε.

24.ΤΟ ΜΥΡΜΗΓΚΙ ΚΑΙ ΤΟ ΤΖΙΤΖΙΚΙ
Ένα χειμώνα τα μυρμήγκια στέγνωναν βρεμένο σιτάρι κι ένα τζιτζίκι πεινασμένο τους ζητούσε να φάει. Τότε του λένε τα μυρμήγκια: «Γιατί το καλοκαίρι δε μάζευες κι εσύ τροφή; » Κι αυτό λέει: «Δε καθόμουν, τραγουδούσα μελωδικά». Τα μυρμήγκια γέλασαν και λένε: «Αφού τραγουδούσες το καλοκαίρι, χόρεψε, λοιπόν, το χειμώνα».